decline[1]
πέρασαν τα άτιμα χρόνια
ανεπιστρεπτί
και τώρα στα στερνά
συνταξιούχος άρρωστος
αδύναμος
ρίζωσε η ασθένεια
τον τυραννά
τον εγκατέλειψε η δύναμη
οι ελπίδες η αισιοδοξία
συρρικνώνεται το σώμα
οι μύες χαλαρώνουν
το φωτεινό πρόσωπο
σκοτεινό συννεφιασμένο
αφέθηκε αθέλητα
σε χέρια άλλων
ξένων
αναλογίζεται τις μέρες της νιότης
της δύναμης
έτρεχαν τότε όλοι γύρω του
τον αναζητούσαν
πλήθος
τον φώναζαν με σεβασμό
με το μικρό
με κύριε
επώνυμος
κρατούσε τον κόσμο
στην εύρωστη γροθιά του
έστυβε την πέτρα
Now
κοιτά με πόνο
το παρελθόν μαχαιριά
το μέλλον λαβωματιά
αγιάτρευτη
το τηλέφωνο δεν χτυπά
ερημιά απλώνεται
παγωμένη σιωπή
μέσα στην αχολογή
φθίνει
αγωνίζεται
να επιπλεύσει
να υπάρξει
να ζήσει
ανώδυνα