28/5/17

Ονειρική σεροτονίνη



ήρθε πάλι σαν καλή νεράιδα
σε αγκάλιασε
παρηγορία[1]
έκλαιγες τα δάκρυα
αβίαστα
μπλέχτηκες σε άδικο καυγά
ήρθε
στο κρεβάτι σου
μητρικό ερωτικό αγκάλιασμα
μητέρα που προστατεύει τον πονεμένο
γιο της
 
αγαπημένη που  παρηγορεί
το λατρευτό κορμί
ασπίδα αγάπης  
άδραξε το δέρμα
τα ατίθασα στήθη
πολέμαγαν να διεισδύσουν
να διαπεράσουν
την πλάτη να φτάσουν
στην καρδιά
να την λαρώσουν [2]
 
εγκατέλειψε η ένταση των μυών
ο πόνος σύρθηκε  ταπεινωμένος στην εξορία
σεροτονίνη σε τρελό χορό
η ευτυχία
ήρεμη σίγουρη
απλώθηκε στα πεινασμένα κορμιά
στερεμονή [3]
σιωπηλή εορτή
γυρισμός στο σπίτι

και το όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει

ένα κομμάτι της
because  η άκαρδη η αλήθεια
κάνει όσο μπορεί  κουμάντο
και στα sweet dreams


[1] παρηγορία = παραμυθία

[2] λαρώνω = θεραπεύω, ιατρεύω, αναρρώνω

[3] στερεμονή = στερέωση, ησυχία, παρηγοριά

Inaccessible εδέρος



Βρέχει
Τα πουλάκια σώπασαν
Που καταφεύγουν άραγε
Θα κρυολογήσουν
Ακούμε μαζί το μουρμουρητό
Της ανοιξιάτικης βροχής
 













Ήθελα να ήσουν εδώ
Άθελα πάλι έρχεσαι
Γαλήνιος διακριτικός
Και επίμονος
Νοστάλγησα το untouched κορμί
Inaccessible[1] εδέρος[2]
Το  σιγανό τρυφερό
υποδόριο λίπος
αφήνεται
Στρώμα στοργής
Το σώμα που ωριμάζει
Τον καημό για όσα ονειρεύτηκε
Το άσχετο κουβεντολόι  
 












Επιμένει η βροχή
Σκορπά φθινοπωρινή θλίψη
Άραγε where re you?
Are you thinking desperately for me?
φύλλο σε βρόχινο ποτάμι
σε παρέσυρε σε απομάκρυνε
η ζωή μακριά σε άλλες
άγνωστες γειτονιές
καθαρίζει η βροχή
την αιθάλη που άσπλαχνα
επικάθεται στα τρυφερά φύλλα
σταθερή αμετακίνητη
στους τοίχους των γερασμένων σπιτιών

 



[1] Inaccessible =unable to be reached.

[2] εδέρος = μέρος όπου καταφεύγουμε για προφυλαχτούμε από τη βροχή


Poor spring



Απαρηγόρητη η Άνοιξη
μεσοζώετη[1]
Πρέπει να φύγει
Τέλος εποχής
Το θέρος φθάνει καυτό
Ο παλιός αντίπαλος της
Συνηγορεί
Ελπίζει να την κάνει δική του
Ρίχνει βροχές
Να βλαστήσουν οι κοιμισμένοι σπόροι
 
Παλεύουν χειμωγκόν, ανοιξέα
Καλοκαίρης
Τα ρούχα αναποφάσιστα
Αλλάζουν στρατόπεδο
Η άνοιξη θυμάται
Τα καταπράσινα χορτάρια
Τα γεμισμένα αγριολούλουδα λιβάδια
Τις μαργαρίτες, καλέντουλες
Τα ευωδιαστά χαμόμηλα
Όλα τα χαμένα κάλη
Θλίβεται
Βλέποντας τα ξεραμένα άψυχα
Κορμάκια
 
Ο αμέριμνος υγρός θερμός Θέρος
Της δείχνει
Τα άνυδρα θυμάρια
που ευωδιάζουν στις
Βουνοκορφές
Τους καρπούς που έδεσαν
Τα πράσινα αμύγδαλα
Τα μυρωμένα ρόδα
Τους σπόρους καλά κρυμμένους
Στη σκληρή γη
Ανθισμένους στο μέλλον
Τίποτα δεν την παρηγορεί
Κλαίει την νιότη της  που εχάθη
Τάχιστα 
 
Είχε πολλά να κάνει
Δεν πρόλαβε να ζήσει
Ανήμπορη να ανεχθεί
Τα αφυδατωμένα μέλη
Το κολασμένο καλοκαίρι
Που χορεύει μεθυσμένο
Πρέπει να αποχωρήσει
Αντιστέκεται
Όψιμες λιγοστές
ασθενικές παπαρούνες
Την στολίζουν
Στους κήπους στις βεράντες
Της στέλνουν χαιρετίσματα
 
Τα θέλει όλα
Να διώξει όλη  την ξεραΐλα
Από κάθε σπιθαμή
Να γίνει πάλι άνασσα κυρίαρχη
Το κέντρο της ζήσης
Το μέλλον αδυσώπητο αδιαφορεί
Και προχωρεί
Poor spring
It s time for departure
Don’t be sad


[1] μεσοζώετος = μισοπεθαμένος, πολύ εξασθενημένος, κάτισχνος

27/5/17

Vertical corpses



Ας καθίσουμε όλοι
Στην ενοχική μοναξιά μας
Ας μηρυκάζουμε το βαρύ
Άνευρο φορτίο του βίου
τις huge  ματαιώσεις
την σκληρή ζωή
που μας μαστιγώνει αλύπητα
την απονιά των άλλων 
 
ας θρηνήσουμε για όλα
για αυτό γαλαπαλούχ [1]
που δώσαμε
και δεν εξαργυρώθηκε
πνιγμένοι στην ηδονή της θλίψης
ξχεεν π τν γν το μ δοναι 
 
ακαταπαύστως δημιουργώντας
σκαιές υπέροχες ημεροφαντασίες
ζώντας παράπλευρες ανόητες ζωές
μυραγιαζόμενοι[2]
σερνόμενοι από τα κάθετα πτώματα
πάντα
καθώς
ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας
και της ευθύνης



[1] γαλαπαλούχ(ιν) = πλήθος πραγμάτων περιττά

[2] μυραγιάζω = εκπέμπω ευωδιά μύρου (πεθαμένος)

24/5/17

Ἀγνώστῳ θεῷ



γνστ θε

διερχμενος γρ κα ναθεωρν τ σεβσματα μν ερον κα βωμν ν πεγγραπτο, γνστ θε. ν ον γνοοντες εσεβετε, τοτον γ καταγγλλω μν.

 











απλώνονται μπροστά
η νότια κλιτύ  
τα θέατρα δέχονται την σιγανή
διστακτική βροχή
ο ήλιος την κυνηγά
παίζουν κρυφτό
ξαπόσταμα στα αιωνόβια μάρμαρα
η θάλασσα αναδύει από μακριά
τον ιδρώτα της
σχεδόν απτός
 











η εμφανίσιμη ελκυστική
ιμερτή νέα
απροσδιορίστου ηλικίας γυναίκα
εκτείνει to selfie stick
δεν χρειάζεται πλέον συντροφιά
To take a snap
χαριεντίζεται
αποθανατίζεται  με φόντο
το ένδοξο παρελθόν
δευτερεύον θέμα
ωραίες selfies  
σίγουρη, μόνη,
 











To βλέμμα πλανάται
συναντά τον λόφο του Φιλοπάππου
την ψυχρή θάλασσα
την πόλη
επιστρέφει
ζευγάρι πλέον η μοναχική
το ταίρι χάρμα οφθαλμών
το βλέμμα ακυβέρνητο ακινητοποιήθηκε
χωρίς αιδώ αδιάντροπα
επίμονα
στον ελκυστικό άνδρα
ν γνοούσα  εσεβούμαι
αρχαίος Θεός επισκέπτης












Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστί.
Αθέλητος Παραβάτης
πιθυμσαι ατόν μοχευσεν ατόν ν τ καρδίᾳ
μαγνητισμένα τα μάτια
αβοήθητα παρακολουθούν
το επιθυμητό είδωλο
He must be mine
πετά η επιθυμία
αγγίζει το όνειρο
φευγαλέα ανταπόκριση
το βήμα κοντοστέκεται
ακολουθεί αλλότρια βήματα
χάνεται μέσα στην τύρβη
τον αχό
στον πύργο της Βαβέλ
το my sweet κλεινό άστυ
λάμπει μοναχικό

 

Ανάβαση
Ανερχόμενος στη νότια κλιτύ
Διπολικός ο καιρός
Διστακτικός
Βρέχει  δεν βρέχει
Ήλιος και βροχή
Παντρεύονται οι φτωχοί
Η ζέστη χορεύει με την ψύχρα
Ξαπόσταμα με θέα τα θέατρα
Βιωματικά τα πάθη
Και οι καημοί οι έρωτες
το πάλαι ποτέ
αγνάντεμα το sweet  κλεινό άστυ
η θάλασσα μακριά
ακούνητη στέλνει
την θύμηση της
η εμφανίσιμη ελκυστική γυναίκα
εκτείνει to selfie stick
να αποθανατιστεί με φόντο
το ένδοξο παρελθόν
 

20/5/17

Winners



Λάμπουν τα μούρα
Πλυμένα από την βροχή
Τα φύλλα σιγοτραγουδούν
Αστραφτερά νεροσταλάγματα
Μύρια μικροσκοπικά ουράνια τόξα
Διστακτικά  κατρακυλούν
Αργοπορούν στις άκρες
Θαρραλέα τινά
Ρούχτες[1] τρελές
Πτώση με επιταχυνόμενη
Κίνηση στο κενό
Σκάνε στο νωπό χώμα
Αθόρυβα
 
Ένα καραπιστάνιν[2] κοτσύφι
Περιεργάζεται αμέριμνο
Την πηγή τροφής
Πετάει για άλλες γειτονιές
Εκεί στη στοργική λιβόρα[3]
Λυγίζεις τα τρυφερά κλαδιά
Αδράχνουν λαίμαργα
ασυγκράτητα τα χέρια
Τους ώριμους καρπούς
Τα χείλη βάφονται
Στο χρώμα της δυνατής
Αγάπης
Οι γλώσσες ακούραστες
Γιορτάζουν το καινούργιο
Φόρεμα
 
Η  αποδεκτή αξιοπρέπεια χάνεται από τα δόντια
Μουντζούρες νήπιου
σε καθαρά χέρια ζωγραφίζονται
Το άσπρο ατσαλάκωτο πουκάμισο
Στιγματίζεται
Ανεξίτηλο σημάδι
Λυγίζουν τα απορρυπαντικά  
Χυμοί σταλάγματα δροσερής βροχής
Λούζουν εκχύνονται
Δροσίζουν ονειροπόλα το φλέγον κάμα
Προβάλουν οι ήσυχοι μικροαστοί
Άθικτοι, παστρικοί, καθαροί
αμετακίνητοι
Always winners
  


[1] ρούχτα = η σταλαγματιά που πέφτει, το αυλάκι που σχηματίζεται στο έδαφος από τη σταγόνα που πέφτει

[2] καραπιστάνιν = κατάμαυρο
[3] λιβόρα = τόπος υπόσκιος και δροσερός

19/5/17

Εξωπαρμένη



Ta σκληρά σου χέρια
Περιβάλλουν με δύναμη
Τα εύσαρκα
Μήλα των εσπερίδων
Ξέχασαν να μεγαλώσουν
Ορθά νεανικά λαίμαργα
Το σώμα στο δροσερό
Αεράτο πρωινό
Φως λάμπει
Γεμάτο προσδοκία
Πεινασμένο τεντώνεται
Αποζητά
Το μακρινό ανέφικτο χάδι
 
Η ζωή σπαρταρά ελπίζει
Δεν παραδίδεται
Παλεύει με νύχια και με δόντια
Για το όνειρο
Νεότατη εμπρός στην αιωνιότητα
Φαντάζεται ελπίζει λαχταρά
το Εύγεστο καθαρό νερό
στις  άδειες χούφτες
Να ξεδιψάσει
Να αισθανθεί
Να ζήσει
Βύθισμα στη ανύπαρχτη χαρά
Αθέλητα γλυκόπικρα
Μειδιάματα
Απλώνεται η ευωδία της ελπίδας
Ευφροσύνη ανταμώνει
 
Την αδύναμη ευθυμία
Το ανύπαρχτο μετουσιώνεται
σε υπαρκτό
Δημιουργία από την ανυπαρξία
Χαμόγελα στο τίποτα
Εξωπαίρουμαι [1]



[1] εξωπαίρω = παρεκτρέπομαι ηθικώς, ονειροπόλος

14/5/17

Nostalgia



Ήσυχη βραδιά
Η πόλη αποσύρεται
Λίγα στρουθία ξενυχτούν
Το φεγγάρι ράθυμο
Η νύχτα κάτι ψάχνει
Το καλοκαίρι βιαστικό έρχεται
Τα φυτά στις γλάστρες σιγοκουβεντιάζουν
To σώμα παραδίνεται
Η ψυχή ανήσυχη
 
Η εικόνα αθόρυβα
Εμφανίστηκε
Απωθημένη
Θεωρητικά ξεπερασμένη
Nostalgia
Δραπέτευσε 
Οριστικά αψυχωμένο[1]
Χαμένο
Ένα γιατί αργοσάλεψε
Πνίγηκε ύστερα
εν τη γενέσει
ταχιά
τα remains σαρώθηκαν
ποχώθηκαν[2] στα έγκατα
Again
τις πταιει
τι φταίει
ανόητα ανώφελα λημόσυνα[3]


[1] αψυχωμένος = νεκρός

[2] ποχώνω = χώνω από κάτω, θάβω

[3] λημόσυνον = μνημόσυνο

13/5/17

Αναζητήσεις μέσω Internet




Ακούγοντας τον Μανδραγόρα 
 χαχαλεύωντας[1] το λήμμα

Τώρα στη οθόνη
Εμφανίζονται διαφημίσεις
Σκέφτομαι
Αν τολμήσω να γράψω το όνομα σου
Αν γράμμα γράμμα
Με περισσή αγάπη
Σκαλίσω στο old  PC
Tη ακριβή ανείπωτη
Λέξη
Θα σε βρει το ΄Ιντερνετ
Θα σε φέρει

 














Η αχειροποίητη εικόνα
Θα γίνει εικονική
Θα ξέρω που θα σε βρω
Πόσο κοστίσεις
Ένα βήμα
Και ίσως προλάβω
στο μακρινό μέλλον
Γίνεις σάρκα
Μπορεί να ακούσω την φωνή σου
Αγαπημένους ψίθυρους
Αφούγκραση αμίλητοι
Τις σκουριασμένες  κουρτίνες
θα σιγομουρμουρίζουν
Το χέρι μου μέσα στο χέρι σου
φλεγόμενο
Αναστατωμένα υπερδιεγερμένα 

 
Τα σωμάτια Pacini και Meissner,
οι δίσκοι του Merkel
και οι απολήξεις Ruffini
επιταχυνόμενες δονήσεις
τρομώδεις κινήσεις
under pressure
μαινάδες τρελές
will I find τον  απολεσμένο
myself at last ?



[1] χαχαλεύω = αναζητώ, ερευνώ, ψάχνω

Καρδοσυλλυσμός



 Διάτρητο το σώμα
 












Αθλία[2] η ψυχή
στυγνή και σκυθρωπή,
Εγκαταλείπει  η ευθυμία
Ανεπαίσθητα
Αεράκι καρυδότσουφλο
Διαχέεται σε μακρινούς ορίζοντες
Ρίζωσε η δυσθυμία, η ανημποριά
Η ματαίωση
Βράχοι ατσάλινοι ακούνητοι
Μπετόν άσπαστο
Τσιμέντο 
 
Στο στόμα η πικρίλα της θλίψης
Τα μάτια ανίκανα να κουνηθούν
Η μπόχα της ανημποριάς παντού
Κουρασμένο το πληκτρολόγιο
Το ποντίκι συχνά πυκνά σε λήθαργο
Μόνο οι περιπλανώμενοι συγκάτοικοι
Ακατάπαυστα φλυαρούν
Άνοσοι στη θλίψη
Ας πάρω αυτό το κουρασμένο
Γερασμένο Κορμί
Σαν ανήμπορο νήπιο
Από το γερασμένο χέρι
Να το πάω άτα
Σε πανήγυρη χαρωπή
Στις μυρωδιές
Της καμένης σάκχαρις
Στα  πολύχρωμα λαμπιόνια   
Στην φτηνή υπέροχη χαρά
Σκου![3]




[1] καρδοσυλλυσμός = θλίψη

[2] αθλία = πόνος, θλίψη

[3] σ’κώση = σηκωμός, έγερση, κηδεία

σιωπηλό συντρόφι





My poor ιβίσκος
Ακλόνητος στέκει
Με όλους τους καιρούς
Σιγοκουβεντιάζοντας με τον ήλιο
Περνά η ζωή
 













Υποτυπώδη φροντίδα
Ξερό πενιχρό χώμα
Στην ίδια γλάστρα  
Απλώνει άφοβα τα
Άνυδρα ροζιασμένα κλαδιά
Συνεχίζει απτόητος
 












Γεμίζει φύλλα
Οικοσυστήματα στις λαίμαργες
Επίμονες μελίγκρες
Κατασκηνώνουν τα φλύαρα σπουργίτια
Οι απασάρευτοι κότσυφες
Ψάχνουν για τον άρτο  τους
Προσφέρει τα άλικα άνθη του
Τους υπέροχους βαθύς  ύπερους













Πηγές αισιοδοξίας ελπίδας
Στην ανερμάτιστη μοναχική πόλη
Βίοι παράλληλοι
Together παλασώσαμε [1]
Επιμένοντας αυτός αισιόδοξα
να ανθίζει
αγαπημένο μου σιωπηλό συντρόφι 


[1] παλασώνω = σκληρύνομαι, γερνάω