15/1/18

Helix pomatia


Άλλοτε μετά την βροχή
Έβγαιναν οι Helix pomatia
Διέσχιζαν απρόσεκτα αργόσυρτα
Τους υγρούς δρόμους
Ανοίγοντας κοχλιακά βλεννώδη μονοπάτια
Αδιάφοροι ατρόμητοι
Αδιαμαρτύρητα
Κουβαλούσαν το minimal
Σπίτι τους
Καμιά φορά κούρνιαζαν
Στο κοχλία
Αναχωρητές από την θορυβώδη κοινωνία
Σιωπηλοί σε αφάνεια
Σφράγιζαν την είσοδο
Έπεφταν σε γλυκό ύπνο
Ενίοτε τα smash πτώματα
Από ανύποπτους διαβάτες
Από άσπλαχνα τροχοφόρα
Κείτονταν στους σκληρούς δρόμους
Άθαφτα
Έπεφτε η ψιλή βροχή
Ρομαντικές βόλτες
Χωρίς ερωτικά προβλήματα
Ζηλευτή προσαρμογή
Άλλοτε κακαλέας[1]
Άλλοτε θελυκός[2]
Ακούραστες κεραίες
Αυξομειώνονται
Αναζητώντας τροφή
In nowadays only  
Κενά άσπρα κελύφη
Τι απόγιναν οι αστικοί σάλιαγκες;




[1] κακαλέας =ένορχις, αρσενικός

[2] θελυκός =ζώο γένους θηλυκού

13/1/18

Happy fly


Πολύ μακριά από τους οίκους
Των παμφάγων ανθρώπων
Ελεύθερη τριγυρνά
Η εύρωστη ζουμερή fly
Άραγε Musca domestica
Μετανάστης, πρόσφυγας, τουρίστας
Αναζήτησε καταφύγιο
Στο κοντινό παρχάριν[1]
Αναχωρήτρια
Μαύρη με λαμπερά διάφανα φτερά
Αγκαλιάζει τον άσπρο βράχο
Λιάζεται ανέμελη
Αλωνίζει
Ονειροπολεί τρίβει ευχαριστημένη
Τα μπροστινά της πόδια
Χαρούμενη
Χαίρεται
Τον γαλανό ουρανό
Την πλούσια  χλωρίδα
Αφέθηκε ήσυχη
Από τον κατατρεγμό
Των διπόδων mammal
Μεγάλωσε ελεύθερη
Πάνω στον καθαρό αέρα
Στα ψηλά βουνά
Αψηφώντας τα αδηφάγα
Αποδεκτά αγαπητά ουρανοπούλια
Το κατατρεγμένο είδος της
Επιβιώνει στο σκοτεινό άστυ
Αναπνέοντας το δύσοσμο νέφος
Διαλογιζόμενο σε καθαρές ή λερές
Βιτρίνες
Καταδιωκόμενο
Ω ελεύθερη fly
Δώρο της θείας πρόνοιας
Στα αμέριμνα στρουθία
Φαρμακός[2] στην απύθμενη
Ανθρώπινη δυσθυμία μας
 
Περίμενε να σε φωτογραφίσω
Dont fly away





[1] παρχάριν =θερινός βοσκότοπος σε ορεινό μέρος
[2] ο θυσιαζόμενος για καθαρμό της πόλης ή για άλλον λόγο

11/1/18

evil demon

Παραμονεύει ο κακός δαίμονας
Δολοπλοκεί
Εξυφαίνει συμπτώσεις
οδηγεί σε αδιέξοδα
Γεμίζει το μυαλό με αμφιβολίες
Αόρατος άυλος ορμητικός αθόρυβος χείμαρρος
Σε παρασύρει στην επιθυμητή πορεία του
Υποκινεί εξ αποστάσεως
Μεταβάλλεσαι σε ανδρείκελο
Απορεί το ατυχές υποκείμενο
Αμφιβολία και πίκρα
Φουντώνουν σε κάθε μικροσκοπικό κύτταρο
Λυγά σωριάζεται το κορμί
Η ψυχή σε σύγχυση
Κατρακυλά  στην άβυσσο
Σπαρταρά
Ακουμπά την τρέλα
Ύστερα πετά υποκριτικά την ελπίδα
Αναθαρρεύει το ράκος
Σηκώνεται ελπίζει
Νοιώθει την δύναμη να επανέρχεται
Παιχνίδι του σατανικού δαίμονα
Αναταράσσει την ανία του
Παραμονεύει
Ρίχνει πάλι τις μύριες
Τετανισμένες ακίδες του
Να βασανίζει
Να χαρεί
Μοχθηρά σαρκαστικά μειδιάματα

Σε μηδενίζουν 

7/1/18

Ταφία


Προφανώς
Αυθαίρετο cemetery
Των προσφιλών pet
Πλήθαιναν in now days
Τα μικρά ταφία
Χωρίς σταυρούς















Όπως οι αυτόχειρες
Μακριά από τους ακούσιους
Υπάκουους κεκοιμισμένους
Φρόντισε ο Δήμος
Για πάρκο αναψυχής
Των χαρωπών τετραπόδων
Unfortunately αμέλησαν
Για την ταφή
Των τόσο αγαπητών ζώων
Με περισσή φροντίδα
Οι κηδείες
Καλύπτονται
Τα αγαπημένα λείψανα
Πιστοί δια βίου σύντροφοι
Αμέτρητος ο πόνος
Απέραντο το κενό
Φεύγουν χωρίς τον οβολό
Χωρίς επιτάφιες επιγραφές
Ενθάδε κείται
Μόνο σωροί από πέτρες
Χώμα
Ενίοτε λίγα λουλούδια
Χάνεται η όαση
Η σανίδα σωτηρίας
Στο μαγγανοπήγαδο
Του βίου
Απόλυτη σχέση
Απόλυτη κατανόηση
Στα μοναχικά δωμάτια
Στα οικογενειακά σαλόνια
Ασυγκράτητα τα δάκρυα
Ακυβέρνητος ο πόνος
Ασυμπλήρωτο το κενό

 
 




6/1/18

Τζιατού

 
Τζιατού[1]
Τον παλαιό καιρό
Ερχόταν ο κουρασμένος ιερέας
Ακάλεστος
Να αγιάσει το σπίτι
Ανοίγαμε
Έδιωχνε άραγε ο αγιασμός
Τα καινά και τα παλαιά δαιμόνια
Ήταν ένα έξτρα εισόδημα
Για τον ιερέα
Νέα ήθη τώρα
Οφείλουμε να καλέσουμε
Για να φύγουν
Τα ακούραστα καλικαντζαράκια
Παραμένουν κρυμμένα
Φοβισμένα
Κοιμούνται όλη την ημέρα
Τις νύχτες αλωνίζουν το σπίτι
Κάπου κάπου
Κάνουν καμιά σκανταλιά
Τους πιάνει η κακία
Χρόνια τώρα γίναμε συντρόφια
Κουράστηκαν και αυτά
Γεράσαμε
Αφήνω τον ήλο να
Μπει από τα σκοτεινά
Παράθυρα
Να διώξει την γεροντίλα
Και την σπαρίλα
I m coming my dearest sun
Πάρε με στην θερμή αγκάλη
Ζέστανε την αρρύθμιστη καρδία
And give me
A warm smile





[1] τζιατού =καλικάντζαρος, μεταφ. γυναίκα μοχθηρή

5/1/18

Σκυλλόπον

Πιστό το τετράποδο
Κοιτά με λατρεία
Κατάματα
Το πολυαγαπημένο αφεντικό
οι σκυλίσιοι οφθαλμοί
υγροί εκπέμπουν
την άπειρη αφοσίωση
δεσμός ακλόνητος δυνατός
τα μάτια μιλούν βουβά
η άλαλη  συνεννόηση πλήρης
η αγάπη ρέει
αβίαστη καθαρή
ευανάγνωστη
χειροπιαστή η στοργή
αντίθετα ιόντα έλκονται
ισχυρά
αγωνίζονται τα λογικά
ομιλούντα όντα
να επικοινωνήσουν
να εκφράσουν
την πολυβασανισμένη αγάπη
μεταμορφώνεται
σε μύριες αιχμηρές βελόνες
λαβώνουν το αγαπημένο πρόσωπο
πύργος Βαβέλ
οι επικοινωνίες
άκακοι οι πιστοί κύνες
τροφή, νερό, χάδι
σύντομη βόλτα
ακολουθούν
γλυκά αλυχτίσματα
ισόβιο πίστεμαν [1]

 



[1] πίστεμαν =το να έχει κάποιος εμπιστοσύνη, το να έχει πίστη θρησκευτική

4/1/18

Life softener

Πατάει με δύναμη το ατμοσίδερο
Λειαίνει τις ζάρες
Ισιώνει το ύφασμα
Λευκό κολλαριστό πουκάμισο
Με προσοχή υπομονή φροντίδα
Όλη η νοικοκυροσύνη

Στο ατσαλάκωτο ρούχο
Like   καθαριστηρίου
Απομακρύνει ο ατμός
Το καυτό μέταλλο
Κάθε ρωγμή
Κάθε ασχήμια
Σφικτά η λαβή
Διορθώνει υπομονετικά
Τα φανερά και τα αφανέρωτα















Αμέτρητες τσαλάκες
Εξαφανίζονται
Όμορφα ευωδιαστά ρούχα
Άφθονο μαλακτικό
Μεταμορφώνει τις σκληρές τραχιές ίνες
Σε μετάξι
Σε καθαρά ερμάρια
Κρέμονται στεγνές ολόρθες
Στην σειρά
Άφθονο fabric softener
Αρωματισμένες  
αποστειρωμένες
άψυχες φορεσίες  
περιμένουν αδιαμαρτύρητα
να ντύσουν στοργικά θλιμμένα
τα αψυχωμένα κορδωμένα
έρμα κορμιά






χειμός

χειμός
Καλοκάθισε ο χειμός[1]
Φόρεσε τα ασήκωτα  νεφόπα
Γκρίζα εύσαρκα κλαψιάρικα
Πλάκωσαν το χαρωπό ήλιο
Τον έκρυψαν
Μόλις ανασαίνει
Ηττημένος, λυπημένος
Σιωπά
Κλαψουρίζει συνεχώς
Ο γερο χειμώνας
Τρέχουν τα δάκρυα
Αθόρυβα, επίμονα
Ανακατεύονται
Με τις διαφανείς μύξες
Όλο παράπονα
Βαβίζει ασυνάρτητα
Απλώνει αδιάφορα



















Τα κρύα μάγγανο χέρια του
Να παγώσει περισσότερο τις
Κατεψυγμένες ψυχές
Πνίγονται μες
στις σκοτεινές σκιές
αποκαμωμένες παραδίδονται
αμαχητί  
σώπασαν τα στρουθία
του ουρανού
τους κόπηκε το χαρωπό τιτίβισμα
σιωπή
έρημοι οι δρόμοι
όλα παραδομένα
στην πίκρα του γκρινιάρη χειμώνα 


 






[1] χειμός =χειμώνας

31/12/17

Μάταιο χαβασλάεμαν

Μάταιο χαβασλάεμαν[1]
 
Υπάρχει χειρότερο παραισθησιογόνο από τον έρωτα;

Focus  
Όλη η ύπαρξη προς
Το απατηλό αντικείμενο
Του άλογου πάθους
Σαγηνεμένο δίπτερο
Έλκεται αδυσώπητα
Από το fake light
Οι τεφρές φτερούγες
Απελπισμένα κατευθύνονται
Στο απρόσιτο θανατηφόρο
Αλλότριο
Σβήνει το εγώ
Σκιά σε σκαιά ελπίδα
Φοβερό σύνδρομο στέρησης
Ανακούφιση
Για λίγα λεπτά
Εφορία ελπίδα



















πόνος, άγχος 
Εύκολα δικαιολογούνται
Τα αδικαιολόγητα
Κατακρεουργείται
Η ερωτευμένη άνους ψυχή
Και ερωτά με αγωνία
Are you hurt?  

 



[1] χαβασλάεμαν =αισθάνομαι πόθο προς απόκτηση πράγματος

30/12/17

Μεσημερίτζα

Μεσημερίτζα [1]

Ήρθε πάλι
Δεν ξεχνά
Όλο το βάρος των ονείρων
Κυβερνά
Την μέρα
Ασήκωτο θολό απροσδιόριστο
Η λήθη καθαρίζει
Απομένει η πικρή γεύση
Αναίτια
Κρυμμένα τα νοσηρά αίτια
Στις σκιές της νύχτας
Μένει ακούραστη η δυσθυμία
Ο ήλιος ήρθε γιορτινός
Ζεστούλης χαλαρός
Μάταια αγωνίζεται να ζεστάνει
Τις frozen ψυχές
Τα πουλάκια ακούραστα
Κρυμμένα στις φυλλωσιές
Σκαλίζουν αγενέστατα
Το παγωμένο χώμα
Άπλωσε ο παγωμένος χειμώνας
Με τα γαμψά νύχια του
Την μικρή ορτανσία
Αμίλητη στέκει
Εύθρυπτα τα φύλλα της
Καπνός
Ένα δάκρυ δεν ξεφεύγει
Αργοπεθαίνει σιωπηλά
Το γέρικο φυτό δίπλα της
Ανθεκτικό
Αδιάφορο μόνο στην παγωνιά
Στείρο επιβιώνει
Στο πενιχρό χώμα
Προφυλάσσει τα ευαίσθητα φυτά
Καταπράσινη κνίδη
Συνομιλεί με το αεράκι
Όλα καλά στην φύση
Και ο παλιατζής ακούραστος
Αισιόδοξος
Μαζεύει τα αμείωτα άχρηστα
Ανίκανοι να τα τσουβαλιάσουμε
Να πεταχτούν μακριά
Άχρηστα αντικείμενα


Άχρηστα αισθήματα 


[1] μεσημερίτζα =άνθος που ανοίγουν τα πέταλα το μεσημέρι, άνθρωπος που εγείρεται πρωί πολύ αργά