23/6/18

Ασταθής αιθρία


 
Παλεύει ο ήλιος να διώξει
Την βαρυθυμιά
Βουρκώνει αθέλητα
Τον πνίγουν γοεροί λυγμοί
Φουσκώνουν τα δάκρυα
Τα σύννεφα μαυρίζουν
την άστατη ψυχή
κάποιος Αίολος
τα παραδέρνει
ξεφεύγουν κάπου κάπου
δάκρια πικρά
και ενίοτε χείμαρροι ασυγκράτητοι
χαρακώνουν την ξεραμένη γη
ζαρώνει ως δέρμα
χιλίων ετών
δέχεται
το βίαιο υγρό
ανοίγει διάπλατα αθέλητα
ρουφά βουλαιμικά
την θερινή ανέλπιστη βροχή
παροδικά την διαπερνά
η τροπική δίψα παραμένει
ο πόνος βροντερός
λάμψεις μανίας
διασχίζουν τον χλωμό
ουρανό
ακούνε σιωπηλά
τα πλάνητα στρουθία
τινάζουν την λασπερή βροχή
από τα αδιάβροχα πτίλα
υπομονετικά
τα λευκά άνθη της μανόλιας
τινάζουν τα νερά
λάμπουν green φύλλα
στην βροχή
Passion flower
Κοιλοπονά
Δεν λέει να ανθίσει
ο χρόνος διαλύεται
φεύγει κρυφογελά
σαρκάζει
ονείρατα άπιαστα
σταθερά σαθρά
σκορπά το  δακρυσμένο χώμα.

14/6/18

Πικρασία


Πικρασία[1]
Ολοένα τριγυρίζουν
Η θλίψη με την μεγάλη της αδελφή
Την τρέλα
Ανεπαίσθητα πλησιάζουν

Σεμνές αθόρυβες στην αρχή
Έρχονται απρόσκλητες ανεπιθύμητες
Μία μια
Και οι δυο μαζί
Σπρώχνονται να μπουν
Παρακολουθούν το σπίτι
επί 24h βάσεως
Μόλις αντιληφθούν δίοδο ορμούν




















Στενή πολιορκία

Εμμονή εφήβου
στα πρώτα καρδιοχτύπια
ύπουλο δηλητήριο
εισρέει αγάλι αγάλι
στην κουρασμένη ροή αίματος



















γενναία αγωνίστρια η λογική
λυσσαλέα αγωνίζεται
αποκρούει τα ανήθικα χτυπήματα
αποκαμωμένη αδύναμη
υποκύπτει
ως Σίσυφος επανέρχεται



[1] πικρασία =πικρή γεύση, μεταφ. θλίψη


12/6/18

Πυκνοκούτερμαν


Πυκνοκούτερμαν[1]
Προσδοκούσε
Όπως άλλοι προσδοκούν ένθερμα
Ανάσταση νεκρών
Προσδοκούσε ανάσταση
ψυχής και σώματος
Επί αυτής της γης
Απέμεινε να περιμένει
Ψάχνοντας τον σωστό
Τρόπο προσέγγισης
Τα μάτια το σώμα
Έλεγαν σεμνά άδολα
Την Άρρητη αθώα επιθυμία
Υπήρχε καιρός
Άκαρποι κόποι
Απέμεινε στο περιθώριο να ελπίζει
Είδε να χάνεται η ευκαιρία
Το ποθητό ταίρι
Έπλευσε σε άλλους γιαλούς
Χαρούμενος εύθυμος
Εύμορφος και άπιαστος
Αρμενίζει μακριά της
Δεν χάνεται από τον ορίζοντα
Αυτά που ήλπιζε
Αυτά που έβλεπε
Στα ζωντανά πολλά υποσχόμενα μάτια
δίδονται
Με απλοχεριά
Σε αλλότρια αντανάκλαση
Ανάλαφρη η θλίψη της χαϊδεύει
Τα όμορφα μαλλιά
Εισδύει απαλά
Κυριαρχεί
Στην άβυσσο της ψυχής
Σκορπίζεται παντού
Σπαράζει το κορμί
Τα δυνατά χέρια
Ψηλαφίζουν με πόθο
Άλλο παραπονιάρικο δέρμα
Εχάθη ο σύντροφος
Ασυγκράτητα κυλούν τα δάκρυα
Για την αγάπη που κούρνιασε
Αθώα σε άλλη αγκαλιά


[1] πυκνοκούρτεμαν =καταπίνω συχνά, συγκρατώ τον εαυτό μου ώστε να μην ξεσπάσω σε δάκρυα


Καλοκαιρινή ραστώνη


ευωδιές του θέρους
αφυδατωμένες ολόισιες
πευκοβελόνες
ατόφιες
αποχρωματισμένες
απώλεσαν την έσχατη σταγόνα ύδατος
αδελφικά αγκαλιασμένες
σκεπάζουν σιωπηλά
το διψασμένο χώμα
ο ήλιος τις χαϊδεύει
μέσα από τα πράσινα φορέματα
αναδύουν μύρα του
θερμού καλοκαιριού
αναστενάζουν λυπημένα
κάτω από τα καλοκαιρινά υποδήματα
ο ήχος των φυτικών οστών
αντηχεί
θρυμματίζονται
σπάζουν
αμφίβολη ηδονή
ευωδιές και ήχοι του καλοκαιριού
αναμνήσεις
καυτός ήλιος
αφυδατωμένος αέρας
αδιάφορα πολύχρονα πεύκα
σκέπη
ο ήλιος παίζει κρυφτό
μπερδεύονται οι μυρωδιές
καλοκαιρινών ακίδων
ροδέλες φρεσκοκομμένου αγγουριού
άπνοια
το σώμα νοτισμένο παραδίδεται αθέλητα
αδύναμο στην καλοκαιρινή ραστώνη
η μέρα αργοσέρνεται  
Διαστέλλεται ο χρόνος
τα δευτερόλεπτα φουσκώνουν
χάνονται
ιστορίες πλάθονται
ζωντανεύουν
εξατμίζονται
ξεψυχούν 


9/6/18

Λογύρ


Λογύρ[1]
H ιστορία επαναλαμβάνεται
Τα Ίδια Πάντα ρέουν
Ακατάπαυστα 
Στο ίδιο ακίνητο σημείο
Πανομοιότυπη σπείρα στον
Άχρονο χρόνο
Τολμά το μελισσάκι άφρονα
Να ατενίσει το γαλανό ουρανό
Να δραπετεύσει από
Τους  χαώδεις ύπερους
Τινάζει την γύρη
Από το σώμα του
Πετά μακριά
Τολμά  το ταπεινό μυρμήγκι
Να λοξοδρομήσει
Πετά την πέτρα του Σίσυφου
Τίποτα δεν αλλάζει
Χαρωπό αισιόδοξο
βγαίνει από την γραμμή εργασίας
επιλογές
σύνθλιψη –επαναφορά
αμέριμνη  fly crush
σε θλιβερούς υαλοπίνακες
συμπληρώνονται ταχέως τα κενά
νέο αίμα
Μηχανικές τροχιές
Στέρεες αιώνιες
Ο καθείς εκεί που τον έταξαν
στασίδια κατειλημμένα
ορισμένα
από άλλους για άλλους
επιβίωση της ιεραρχικής αποικίας
αυτοσκοπός

 



[1] λογύρ(ιν) =η πρώτη κυκλική σειρά λίθων πάνω στα οποία στηρίζεται όλος ο θόλος του φούρνου


7/6/18

Άδηλος


Από ολούθε συμβουλές
Για το ευ ζην
Η ζωή άνευ διδασκάλου
Οδηγίες
Για την άπιαστη
ακαθόριστη ευτυχία
που διάβολο κρύβεται
στέλνει πλάνα σημάδια
γαντζώνεσαι
από τα σαθρά σκοινιά της
ελεύθερη επιταχυνόμενη πτώση
σκας με βρόντο
στις σπασμένες άπλυτες πλάκες
του παρατημένου πεζοδρομίου
πληγωμένος σκύλος
γλύφεις να αυτο- ιάνεις
τις αιμορραγούσες πυώδεις πληγές
ως  Ιώβ ελπίζεις πάντα
σηκώνεσαι
αφουγκράζεσαι
μέσα στο πυκνό σκοτάδι
τα χέρια άοπλα ψηλαφούν
αναζητούν
αόμματος  με υγιέστατους οφθαλμούς
το ξαφνικό δυνατό φως
σε στραβώνει
δεν βλέπεις πάλι
ματαιοπονείς
ο κόσμον άδηλον[1] εν

 


[1] άδηλος =μάταιος, λευκή κηλίδα που σχηματίζεται πάνω στην ίριδα του οφθαλμού


6/6/18

Τετερίσματα


Έκλεισα την μουσική
Ελαφρά ζάλη
Το συνεχές κελάδημα
φλύαρων πουλιών
συναγωνίζεται την μουσική΄
το μοτέρ του βαριά
εργαζόμενου κλιματιστικού
τι λένε
που βρίσκουν την διάθεση
πριν ο ήλιος ξεμυτίσει
αρχίζουν ακατάπαυστα
όλα μαζί διαγωνισμό αντοχής
φλύαρες γειτόνισσες
σχολιάζουν το κάθε τι
στην γειτονιά
αγνοούν επιδεικτικά
τις ώρες κοινής ησυχίας
αφουγκράζομαι
ο πύργος της Βαβέλ
μπήκε στο χορό το κλάμα
ενός μωρού
αρνείται να πάει στο σταθμό
μάταια προσπαθεί
ο πατέρας να το πείσει
ο χρόνος ανελέητος
σκληρές αποφάσεις
να παρατήσει τα πάντα
να μείνει κοντά στο παιδί του
να παίξουνε όλη μέρα
να μιλούν όπως τα στρουθία
χωρίς κανόνες
χωρίς δουλεία
να τιτιβίζει το νήπιο χαρούμενο
ο στοργικός πατέρας
θα κατανοεί
κάθε ακατανόητη λεξούλα
του παιδιού
που κελαηδά χαρούμενο

 

5/6/18

Substitute live


Many years ago
A young man told me that
Όλο το weekend
He was watching βιντεοκασέτες
Με ένα κοντρόλ στο χέρι
Πίτσα και άφθονη κόκα κόλα
Σιωπηλά έκρινα την ζωή του
Ένα ανάλαφρο κύμα θλίψης
Με έλουσε
Έσκασε στην σκέψη μου
Χοροπηδώντας  απομακρύνθηκε
Now I am watching
Films την μία μετά την άλλη
Σαν να δράσανε  θεραπευτικά
Σαν να πήραν
Την αλλοπρόσαλλη ακυβέρνητη θλίψη

Παρακολουθώντας ιστορίες
Ζώντας τις ζωές των άλλων
Δια μέσου μικράς οθόνης
Συγκινήσεις
Πόνοι που δεν πονούν
Βύθισμα σε άλλες ζωές
σε άλλες κοινωνίες
σε άλλες μοναξιές

2/6/18

Πίθος


To χείριστο κακό
Έμεινε ασφαλισμένο
Στο όμορφο πιθάρι της
Άμοιρης Πανδώρας
Τα παιδιά της
Ανόητα πάντα
Στον ασαφή τον μέλλοντα
Μπλέκουν ολάνθιστα στεφάνια
Ελπίζουν
Επί της γης και ουρανό
Σε μια καλύτερη ζωή
Το όνειρο που πλάθουν
Αλήθεια
Αθέλητα ανοίγουν την καρδιά
Στα πλάνα τα σημάδια
Όλα ερμηνεύονται
Κατά το δοκούν
Εκείνο που δεν ήρθε
Έρχεται καμαρωτό
Αθώο, εύμορφο
Για πάντα
Όλα τεφρά σταχτάρια
Μια μάγισσα καλή
πόλη λαμπερή
Ο έρωτας
Ένα μεθύσι χαρωπό
Εύθυμος την αγάπη
Θα κρατήσει
Αγαλλίαση σκορπά
Ανάλαφρη όλη η πλάση
Σοφά μαζεύει όλα τα κακά
Τα κλείνει σε εφτασφράγιστο πιθάρι
Όλοι χορεύουν και τραγουδούν
Καθώς καλός αφέντης ο έρωτας
Διαφεντεύει



28/5/18

Εντάμωση



Απροσδόκητα αναπάντεχα
Συνάντηση απρόσμενη
Εμφανίστηκες
Anastasia
Δραπέτευσες πάλι
Άφησες ξανά
Τους ασφαλείς θαλάμους
Τα κάθε είδους medicine
Εγκατέλειψες τους ακλόνητους
Αμφιβόλου χρώματος
Τοίχους
Πέταξες στην ελευθερία
Στους βρώμικους δρόμους
Έγινες ένα
Άγριο στρουθίο
Άφησες την θεία πρόνοια
Να φροντίζει
Δεν μεριμνάς
Για φαγητό
Για στέγη πάνω από το κεφάλι σου
Ξαπλώνεις
Στις χιλιοπατημένες πλάκες
Στα χαραγμένα παγκάκια
O κεντημένος ουρανός
Σκεπάζει τα όνειρά σου
Εκθέτεις την ξεχωριστή παρουσία σου
Ακούς τους ήχους της ζωής
Ανακατεύεσαι με βιαστικούς
Αδιάφορους διαβάτες
Το βλέμμα τους πέφτει
Τρομαγμένο πάνω σου
Επιστρέφουν ταχέως
Στην άνυδρη ζωή τους
Δεν υπάρχει σπίτι για σένα
Οικογένεια
Απόκαμαν όλοι
Ο κόσμος σου
Βίαιος άγριος
Εμμονικός,
Αόρατος και τρομερός
Ολοένα πετά από πάνω σου
Η φοβερή η Άτη
Σαν την φτωχή Ιώ
Φύλακας  σου
ο πανόπτης ΄Αργος
με τα χίλια του μάτια ανοικτά
Ξεφεύγεις
Τρέχεις να προστατευτείς
από τον αιμοδιψή οίστρο
πλάνης
τι ζητάς τι ψάχνεις
χαμογέλασες
εδώ θα με βρεις
στην σκιά
θερμό το αγκάλιασμα σου
σε άφησα μόνη
στη σκοτεινή σκιά
του πολυάσχολου κόσμου