6/11/17

θάρρεμαν

Καλά κρυμμένο
Μέσα στη φυλλωσιά
Του ώριμου διακοσμητικού θάμνου
Μεγάλωνε στη γλάστρα  
Διακριτικά
Ανεπαίσθητα
Λες και φοβόταν την ματιά
Των ανθρώπων
Τον αδιάφορο ήλιο
Ήσυχο
Λανθάνων της προσοχής
Αναζητώντας το γένος
Ούτε κολοκύθι ούτε  Cucumis sativus
Φορτωμένο με προκαταλήψεις
Σκέψεις ανώριμες
Παρμένες από porn
Σαν να ήθελε να προστατεύσει
Το αφελές γεροντοκόριτζον
Amateur σπορέας έσπειρε
Σε πενήτα ξερασία χώμα
Ξεχασμένα σπόρια
Αφρόντιστα
Με λίγο νερό
Κάρπισε Luffa aegyptiaca
Σε αστικό σκληρό περιβάλλον
Άταιρη εποχή
Η φύση δραπετεύει από τους κανόνες
Από τα πρέπει
Χαρωπό ξάφνιασμα
Μειδιάματα τρυφερά
Ραβδάκι αισιοδοξίας
Όλα όμορφα
Ελπιδούλες χορεύουν
Ανάλαφρα
Χειμωνιάτικος λαχανόκηπος
Θάλλει χαμογελά
σε αμίλητες γερασμένες γλάστρες
άναρχο οασικό μικροοικοσύστημα
αναβλύζει απλώνεται θάρρεμαν



5/11/17

Ανεπιθύμητη εντάμωση

Tικ τακ κτυπά η τρέλα
Με θράσος και σιγουριά
Κρατείστε την ανάσα σας
Σβήστε όλα τα φώτα
Ακίνητοι περιμένετε
Να κουραστεί
Να φύγει
Επίμονη θα επιμένει
Ακούστε τα νευρικά της βήματα
Απομακρύνεται
Έχει πολλή δουλειά
Που περιμένει
Προσωρινά διαφύγατε 
Μωρές παρθένες και μη
Ανυποψίαστοι αθώοι
Αφήνουν
Πόρτες παραθυράκια
ανοιχτά 
ψάχνει χαραμάδες
μικρές σχισμές
Εισβάλλει
Απροσκάλεστη
Αγενής
Στρογγυλοκάθεται
Κυριαρχεί
Στα ξένα σπίτια
Ζιζάνιο αιώνιο
Ανθεκτικό
Επεκτείνεται
Σκιάζει τα πάντα
Μην ντραπείς
Κρύψου
Ανεπιθύμητη εντάμωση[1]



[1] εντάμωση =προσαρμογή δυο πραγμάτων, συνάντηση

29/10/17

αναφόραχτη απαντία


αναφόραχτη[1] απαντία[2]

Ο ήλιος δεν λέει να μαλακώσει
Το μεθώπορον
Παλεύει να κυριαρχήσει
Τα σώματα γυρεύουν θερμορύθμιση
Ιδρώνουν και κρυώνουν
γυμνός ο ουρανός
απλώνει αθώα
τη γαλανή  καθάρια αγκαλιά του  
τα νεφόπα αναποφάσιστα
τον ντύνουν
τον ξεντύνουν
άσπρος αφρός τα πέπλα τους
σκορπίζουν
θυμώνουν ύστερα μαυρίζουν
ένα αεράκι τρυφερό χαϊδεύει
τα κλαδάκια
ματαιωμένες οι δενδρώδεις
μηδικές
μοιρολογούν τα νιάτα τους
τα πράσινα τρυφερά βλαστάρια
απέμειναν άνυδρα κλαδιά
τα light green earrings  
ρυτίδες ζαρωμένα
διψά η γη
ζητά νερό και ο ουρανός δεν δίνει
κυκλάμινα ολιγαρκή
σκορπούνε την ελπίδα
κίτρινοι βολβοί
προσφέρουν μέγα δείπνο
ζωηρά   ανηφόριζαν
οι νεαροί
να εύρισκα μια δουλειά 
και με 300 ευρώ αρκεί
να ήταν κοντά στο σπίτι
σε βενζινάδικο
ότι να ναι
φαντάσου να βρεις
δουλειά σε φούρνο
τα τσιγάρα ένας καφές
φιλόστοργοι γονείς
πετάει μακριά η ελπίδα
ανθίζει η ανεργία
στοιχειωμένο γλοιώδες μέλλον
300 ευρώ
λαχταριστά μακρινά λουκούμια
και πέρα  οι ταρτούφοι-ισες
μεμψιμοιρίες
μουρμουρητά και γκρίνια
αισιόδοξα βάδιζαν τα παιδιά
στον κακοτράχαλο
ανηφορικό  δρόμο
μες την καμένη γη
ίσως βλέπανε
τα ταπεινά κυκλάμινα
που έστελναν
χαμόγελα ελπίδας
και ο γαλάζιος ουρανός
τους έστελνε αγάπη
ο άνεμος τους ψιθύρισε
γλυκιά η ζωή
κι είστε τόσο νέοι
απλώνεται η πέτρινη πόλη
σκληρό το μήνυμα της
 
μία μερμήγκα εργατική
ειρωνικό χαμόγελο
μου έστειλε
και μου έκλεισε το μάτι
αχ μου είπε
άλλοι δουλεύουνε
ανασφάλιστοι
από το πρωί ως το βράδυ
βορά του πάσα ένα
για ένα σπυράκι φαγητό
ζωή χωρίς αγάπη
μόνο δουλεία συνεχή
έφυγε βιαστική
δεν πρόλαβα
να ψελλίσω

 



[1] αναφόραχτα =απροσδόκητα, αιφνίδια

[2] απαντία =συνάντηση

Περί ηρωικής γαλής

Πάγωσαν στη θέα
Παρείσακτου
Τα συμπαθητικά κατοπούλλα[1]
Απόμειναν να κοιτάζουν
με απορία  και φόβο
Ακίνητα
Έτρεξε το ένα να φωνάξει την μαμά μου
Απόμεινε να κοιτάξει έκπληκτο
Ολίμαυρο






























Πλησίασε η φιλόστοργος μήτηρ
Τρομερή αγροκάτα [2]
Αθόρυβα
Οι μαλακές πατούσες μόλις
που άγγιζαν το λερό υπόστρωμα
Ευλύγιστη σε ετοιμότητα
Μανέα [3] από την Κόλαση
οι φωσφορίζοντες οφθαλμοί
εξέπεμπαν ισχυρά ακτινοβολία
οι κόρες δύο κατάμαυρα βακτηρίδια
Η αδυσώπητη τζαραφοκότα[4]
Έτοιμη να χιμήξει
Να χώσει τα οξέα νύχια της
Στους αγαθούς γλαρωμένους οφθαλμούς
Να βυθιστούν στην ώριμη σάρκα
να ματώσουν οι παρωχημένες παρειές
Οι οδόντες εξαφανισμένοι  
Μυστικό όπλο
Οι μύστακες τανυσμένες χορδές
Έτοιμες να παιανίσουν
Πολεμικά εμβατήρια
Πανέτοιμος να αντιμετωπίσει
Τον απροσδόκητο εχθρό
Στάθηκε απέναντι
Το ακίνητο σώμα
Εξέπεμπε ενέργεια δύναμη
Επιθετικότητα απτή
Το σατανικό βλέμμα
Εισχωρούσε υπνώτιζε
Έστελνε μηνύματα
Αιματηρής επίθεσης
Η κονικλοκουδούσα καρδία
Πτερύγισε
Αι παρειές χρωματίστηκαν ροδαλές
Πλην εντράπει
Να τραπεί εις  φυγήν
Τα βλέμματα αναμετρήθηκαν
Βουβός διάλογος
Πρόσεχε ένα βήμα και στην άναψα
Μακριά από τα παιδιά μου
I only want to take a photo, please
Keep your καταπούλια
They are secure
Ο ενσαρκωμένος εωσφόρος
Ακίνητος απειλητικός
Η μαροκάτα
Ατρόμητη μητέρα
Ενέδρευε
Το μικρό κατοπούλι
Νιαούριζε κάνοντας κύκλους
Γύρω από την ατρόμητη μητέρα
Ή μήπως πατέρα
Ta snapshots   τραβήχτηκαν
The amateur photographer
Ιχναρέφθηκε[5]
Με το κεφάλι ψηλά
Αφήνοντας την μονογονεϊκή οικογένεια
Να παίζει κυνηγώντας τις ουρές των
Να διεξάγει φιλικούς αναίμακτους αγώνες
Και να νιαουρίζουν χαρούμενα

 




[1] κατοπούλλα =νεογνό γάτας

[2] αγροκάτα =άγρια γάτα, αίλουρος, μεταφ. γυναίκα δύστροπη

[3] μανέα =κάρβουνο, μύκης μαύρος, αραχνιά, αράχνη


[4] τζαραφοκότα =γάτα που προξενεί αμυχές

[5] ιχναρεύω =απομακρύνομαι


Αραθυμαγμένο Κόμπωμα

Αραθυμαγμένο[1] Κόμπωμα[2]















 Πείσμων Ο ήλιος
Δεν λέει να παραδώσει
Στο άβουλο μεθώπορον
Μάχεται μέχρι εσχάτων
Δεν κάνει βήμα πίσω
 
Den ήταν ο ήλιος
Ο καυτός που
Έρεε ο ίδρος
Ήταν απελπισμένα σώματα
Που έκλαιγαν
Ασταμάτητα
Μάχονταν επάλευαν
καίγονταν















Σ αγώνα φιλικό
αδυσώπητο
Αγάπης χωρίς μέλλον
Να γίνουν τα δύο ένα
Άγρια φωτιά
Έλιωνε τα φλογισμένα μέταλλα
Δυο μορφές
Κράμα άμορφο
Αχώριστο για πάντα















Δεν ήταν το ρόδινο χαλί

άπλωσε με αγάπη
Η χαρωπή η φύση
Ήταν σεντόνια
Της χαράς ανάγλυφη ελπίδα
Δεν ήταν τα κουρασμένα
πευκοβέλονα
Που σκόρπιζαν τα μύρα
Ήταν η ευωδιά
Του έρωτα
ανάβλυζε με πόνο
Άπλωνε την αγκάλη της
Να φτάσει στο επέκεινα
Στο άπειρο στο είναι
Όχι δεν ήταν τα πετεινά
Του ουρανού  
κελαηδάγανε ξέγνοιαστα
Την ζήση
Ήταν τα λόγια τα άφατα
αρθρώθηκαν κρυστάλλινα
γλυκό μουρμούρισμα
ευαίσθητης καμπάνας
στη σαλαγή του κόσμου
ήταν το μακρινό  το όνειρο
ο άναρχος ο ήλιος
αβασίλευτος
στο πικραμένο μούχρωμα
 






[1] αραθυμαγμένος =επιθυμητός

[2] κόμπωμα =απάτη

28/10/17

Στις πόσες σιωπές καίγεσαι;

Στις πόσες σιωπές καίγεσαι;
 
Δειλοί κακόμοιροι φοίνικες
Ανάδυση από την βρωμερή τέφρα
Μυριάκις εις στο άπειρο
Always εξαγνισμένοι
Μαυροπρόσωποι[1] Αθώοι
Τα σιωπηλά βουλεμικά στόματα
Ανοίγουν να
Γιομίζουν με αμάσητη τροφή
Λαίμαργα καταπίνεται
Γίνεται
Εμέσματα και ιδρώτας
Εκτός και εντός των γυμναστήριων
Με προσφορές
Οι ενοχικές σιωπές
Αυτών που γνωρίζουν
Παζαρεύουν με την τρέλα
Τα  ανυποψίαστα μηδενικά
Κουρδισμένα ευπρεπή κουκλάκια
Ξεκάθαρο το δίκαιο
Το σωστό το πρέπον
Μηχανικά ακολουθούνται
Κατά τα καλά και συμφέροντα
Των ψυχών και των σωμάτων μας
Αδυσώπητη μάχη
Για επίπλευση
Συνειδητά ή ασυνείδητα
Σκληρός ανταγωνισμός
Βαβίζοντας μεμψιμοιρώντας
Υλακτώντας
Συχνάκις άνευ λόγου
Ωρυγές
Όταν θιχθεί
Ο πολύτιμος μηδαμινός
Εαυτούλη μας
Εκκωφαντική σιωπή
Στη σαλαγή της πόλης


   






[1] μαυροπρόσωπος =ντροπιασμένος, κατησχυμένος, ένοχος, ευτελής


21/10/17

Misunderstood


Τα τρυφερά λόγια
Αγάπης ενσυναίσθησης
Πλήρης Αποδοχής
Ξεστομίζονται
Ανεπαίσθητα μετατρέπονται
σε μύριες βελόνες
Αιχμηρές
Τερατόμορφες
Στριμμένες στεγνές
Η αγάπη ματαιωμένη γραία
Πλημμυρισμένη από πικροχολιά















Τα χέρια που θέλουν
Να χαϊδέψουν
Να καταπραΰνουν
Στυλιάρια δύσκαμπτα
Κοτρόνες σκληρές
Ακίνητες
Η αγκαλιά γεμάτη θαλπωρή
εγροίκεμαν[1]
Παγοκολώνα
Ψυχρό μέταλλο
Αναζητώντας τον χρόνο
Της αυθόρμητης εύκολης
Αγάπης
Ανάβλυζε άκοπα
Νερό δροσερής πηγής
Ξεδίψαγες
Ασήκωτο έρμα
Αχρήστων ηχηρών απομειναριών
Σέρνονται 
Βαριές παλιές αλυσίδες
Τροχοί αλέθουν
Θρυμματίζουν ότι καλό
Πικρή κόνις
Σκορπίζεται
Γεμίζει τα δασωμένα ρουθούνια
Καλύπτεται ο
Παλιός αμφιβληστροειδής
















Θολή πονεμένη όραση
Τσακίζεται η επικοινωνία
Στις αιχμηρές κορυφές του χρόνου






[1] εγροίκεμαν =κατανόηση

Αν

 υποτυπώδη
Και ο κόσμος θα ήταν υποφερτός
Και ίσως και ωραίος
Η τέφρα της πόλης
Θα ρόδιζε
Γλυκό πρωινό
Οι γερασμένοι δρόμοι
Θα έστελναν νεανικά χαμόγελα
Η μικρότητα του ανθρώπινου γένους
Υπομονετικά χαμόγελα
Η απέχθεια
Στοργική κατανόηση
Το κορμί απρόσβλητο
Από την ποταπότητα
Μετουσίωση
Του στυγερού κόσμου
H happiness θα πλημμύριζε
τα πάντα
and now ασήκωτη βρωμερή γη
πλακώνει θρυμματίζει τον τράχηλο
άμοιρου Άτλαντα
Αν

 

20/10/17

Χωρίς επιστροφή




Ευσταθεία 














Πέρασαν οι μέρες σαν όνειρο
Οι ακούραστοι εργατικοί αποικοδομητές
αθόρυβα
εξαφανίζουν
το σώμα καταφύγιο
της αγαπημένης ψυχή σου
μετουσιώνεται
τα γελαστά μάτια
ταξιδεύουν στο άπειρο
έμειναν οι αριθμοί στο τηλέφωνο
που δεν απαντά
ο λογαριασμός στο face book
σιωπηλός
οι παλιές φωτογραφίες
θολώνουν
η άτεγκτη καθημερινότητα
σε καταπίνει
έρχεται η θύμηση σου
αθόρυβα
ξεχειλίζουν τα μάτια
ανωφέλητα
ο παραπονεμένος καημός 
αναδύεται
οδυνηρή λάβα
πνίγεται
πελώριο κύμα
σκάει
σε σαθρά υποστηρίγματα
επιστροφή στο στυγερό τώρα
Sailing away
Πολύ μακριά
Χωρίς επιστροφή
Σε άγνωστα απρόσιτα μέρη
Αδελφωμένοι συνοδοιπόροι 
στα καλά και στα κακά
Έφυγες