15/4/18

Τα κρίνα του flat


Οικολογική βεράντα
Πάντα κάτι ανθίζει
Μια μικρή ελπίδα
Θαρρετά ανέλπιστα
Αφρόντιστα
Τα κρίνα του αγρού
Οικόσιτα
Φυτρώνουν αυξάνουν
Ούτε κοπιάζουν
Μόνα αβοήθητα
Ανθίζουν σβήνουν
Υπομένουν και
πάλι ο ίδιος κύκλος
ρανίδες χαμόγελου















αθόρυβα σκορπίζουν
τα ζουζουνάκια
σιγοκουβεντιάζουν
βυθίζονται στους ηδύς
ύπερους



















ταλαντεύονται οι αλαζονικοί στήμονες
τα φλύαρα πετεινά
πηγαινοέρχονται
ακούραστα
απρογραμμάτιστες γιορτές
τσιτσεκώνονται τα αστικά φυτά
εικόνες της ανέμελης γλυκιάς
άνοιξης
βάλσαμο

Πεζιρκιάνος


Πεζιρκιάνος [1]
Πέρασε πάλι
Ο πλανόδιος ανθοπώλης
Γύφτος στην κοινή
Ρωμά με ευπρεπισμό
Τσιγγάνος ελαφρότερο
Τα πιο ανθεκτικά άνθη
Είναι των γύφτων
Σιγά σιγά
Περνά το ταλαιπωρημένο αγροτικό
Διαλαλεί αμέριμνος
Τα όμορφα φυτά
Την αμφίβολη κοπριά
Φτηνά πολύ φτηνά
Χρόνια επιθυμώ
Να βγω στην βεράντα
Να σταματήσω
Αχτένιστη ατημέλητη
Φοβούμενη πάντα
Πλάθοντας ιστορίες
Ελπίζοντας ότι θα τον συναντήσω
Καθώς επιστρέφω
Λίγο πιο μακριά
Να γεμίσω την βεράντα
Με καταφρονεμένα στολίδια
Ευκαιρίες
Να συντροφεύουν
τις αυτόνομες ολιγαρκείς γλάστρες
Χαμογελώντας πάντα
Για τις γαρδένιες από το Βόλο
Την καλή κοπριά
Συλλογιζόμενη αλλά
Συνεχίζοντας τα σπουδαία καθημερινά
Αμετάκλητη από το schedule
Πως θα ζήσουν οι Γύφτοι
Εντός εκτός και επί τα αυτά
Ελπίζει στην καλοσύνη των ξένων
Διαλαλεί αμέριμνος αισιόδοξος
Τα βασανισμένα λουλούδια
Αντέχουν και ανθίζουν
Ανεπιθύμητα
Με υποτυπώδη φροντίδα
Σε πείσμα της χριστιανικής μας δημοκρατίας
Επιβιώνουν τριγυρίζοντας
με κουρασμένα Datsun
ανήμπορα να ανοίξουν
τις αρτηριοσκληρωμένες τσέπες
και καρδιές


 


[1] πεζιρκιάνος =πλανόδιος έμπορος


μεταλλαγμένο Vampire



Ήταν ένας νεκρός που έκανε τον πεθαμένο ζωντανό
 
Μέσα στον καθρέπτη ένας ξένος
Ακίνητος αμίλητος
Απελπισμένος
Χαμένος με κοιτά
Με προ- ανοιακό βλέμμα
Απεγνωσμένα αναζητά
Φθαρμένο ινίδιο
Να ανασυρθεί
Από τα έγκατα της ανελέητης
Εγκόσμιας κόλασης
Αβοήθητος
Χωρίς το όπιο του λαού
Χωρίς λάβαρα
Χωρίς οικόσημα
Χωρίς ευφραντικά
Αστήριχτο κορμί
Παραπαίει στο απαλό ζέφυρο
Ζηλεύει τα ταπεινά στρουθία
Αμέριμνα τιτιβίζουν
Τις παιχνιδιάρες πεταλούδες
Την ξενοιασιά του Εφήμερου
Άγνωστο μεταλλαγμένο  Vampire
Απορροφά σιγά σιγά
Την θέληση
Μολύνει το blood
Με ανεπιθύμητη δυσθυμία
why

14/4/18

Πατάχ




Πατάχ[1]
Υπάρχει σωτηρία
Ο σώζων εαυτόν σωθείτω
Απροστάτευτα μερμήκια
Προσδοκώντας
Να βγάλουμε φτερά
Να πετάξουμε για άλλους
Μακρινούς φωτεινούς τόπους
Αλίμονο πανομοιότυποι
Υπακούοντας πάντα
Σε αμείλικτο στερεότυπο πλάνο
Σάρκινα ρομπότ
Αξιολύπητα
Στύφνοι ψιττακοί
Κρωξίματα
There’s no cure
Only τσαλαβουτήματα
Απεγνωσμένες προσπάθειες διαφυγής
Από λασπώδες έλος
Για άλλο τέλμα
Αμετακίνητη περιδίνηση
Σε λασπερή αιχμηρή δίνη
Χωρίς λυτρωμό


 


[1] πατάχ(ιν) =βάλτος, τέλμα


5/4/18

Πρόωρος ευπρεπισμός


Νωρίς νωρίς ο δήμος
Καθαρίζει
Τα διαφεύγοντα αστυκοτεμάχια
Ο βάναυσος θόρυβος των μηχανών
Eliminates  την ευρηματική Άνοιξη
Σκορπά αφειδώς την ομορφιά της
Στα βρωμερά τσιμέντα
Η συνοδεία της χορεύει από λουλούδι
Σε λουλούδι
Τα μάτια αναθαρρούν
Στα ζωντανά χρώματα
Η ψυχή αναζητά τον ουρανό
Το χαμόγελο δραπετεύει
Ζαλίζουν οι ευωδιές
Τα αφτιά ευφραίνονται
Με τους ήχους της γελαστής Άνοιξης  
 
Πέφτουν οι κατακίτρινες μαργαρίτες
Αδιαμαρτύρητα 
Ματώνουν ξεψυχούν
Οι πορφύρες ευαίσθητες παπαρούνες
Τα διακριτικά μη με λησμονεί
Συνθλίβονται
Όλα τα αθέατα άνθη
Αποκεφαλίζονται
Το καταπράσινο χορτάρι
Ξυρίζεται αλύπητα
Θρηνούν οι μέλισσες
Τα ανεπιθύμητα ζουζουνάκια
Λιμοκτονούν
Οι πεταλούδες καταφεύγουν
Στα τυποποιημένα καλλωπιστικά
Βιάζεται ο δήμος να καθαρίσει
Την υποτιμημένη ανιδιοτελή χλωροφύλλη
Τα αφιλοκερδή χρώματα
Αφήστε την Άνοιξη
Να ζήσει να γεράσει
Να σκορπίζει τους γόνιμους σπόρους
Όταν γείρει κουρασμένη
Μαζέψτε τα θλιβερά remains της.



Φαρμακερή άνοιξη


Φούντωσε η
Ξέγνοιαστη Άνοιξη
Πολύχρωμο ευωδιαστό χαλί
Όλα τα ζουζουνάκια
Τρανή εφήμερη σχόλη
Χορεύουν ξέφρενα ξέγνοιαστα
Τα στρουθία ασταμάτητα συνομιλούν
Κατακόκκινες οι παπαρούνες
Αφήνονται στο σιωπηλό αεράκι
Μήνες διάβηκαν
Και το κηδειόσημο ασάλευτο
Άθικτο
Παρέα με τις ευκαιρίες
Για εκμάθηση αγγλικής
Τίποτε δεν θα σε ωφελήσει
Όλα συνεχίζουν
Εμμονική η καθημερινότητα  
ασάλευτη 
Ξαναγεννιέται η φύση
Τα μαύρα χώματα
Κατατρώγουν την νεανική σάρκα
Πικροδάφνες θα ανθίσουν
Αδιάφορη η φύση
Φορά το ομορφότερο
Φόρεμα της
Ευωχία ευφροσύνη παντού
Η μάνα διερωτάται
Γιατί
Κάθε ανθάκι μαχαιριά
Τα μάτια του δεν θα ξαναδούν
Τις φλογερές παπαρούνες
Ποτέ τα χαμομήλια
δεν θα σκορπίσουν για αυτόν
Την Μελαγχολική ευωδιά τους
Οι πεταλούδες θα συνεχίσουν
να φλερτάρουν ασυλλόγιστες
Να σιγομιλούν με όλους τους ύπερους
Σκληρός αμείλικτος ο θάνατος
Αδιάφορος
Το μνήμα αστράφτει
Στο φωτεινό ήλιο
Μάταια προσπαθεί
Να στείλει τις ανήμπορες ακτίνες του
Να ζεστάνει τις πληγωμένες ψυχές
Βαθύ αδυσώπητο σκοτάδι
Σκεπάζει την λαμπρή
λουλουδιασμένη μέρα.

3/4/18

επί πώλου όνου,


έβοσκε αμέριμνο
το νεαρό ζώο
δίπλα στην στοργική μάνα
υποζύγιο
χωρίς ιδιοκτήτη
έγινε λαμπρό άρμα
να μεταφέρει των
βασιλέα των πτωχών
στο τόπο του μαρτυρίου
πράος και ταπεινός
ανέβηκε στα ταπεινά ονάρια
αντί για πορφύρα
τα φτωχικά ενδύματα των μαθητών
στην πλάτη των αθώων υποζυγίων
πλήθη προπορεύονταν
πλήθη ακολουθούσαν
με βάγια και κλαδιά
στα χέρια
έστρωναν με τα πενιχρά ενδύματα
και ολάνθιστα μυρωδάτα κλαδιά 
τον κακοτράχαλο δρόμο
για να περάσει
η Ελπίδα
υμνούσαν τον βασιλιά
μετά Βαΐων και κλάδων
τον Σωτήρα
από τον καθημερινό μόχθο
την ελπίδα για μια ζωή
χαρισάμενη επί της γης
η βαριά ευωδιά των Βαΐων
πολύτιμο μύρο
κυριαρχούσε
εν τω ιδρώτι του προσώπου σου
και του σώματος 
καθήμενος επί πώλου όνου
συγκλονίστηκε η πόλη
από την μεγαλειώδη
ενθουσιώδη  ειλικρινή πομπή
τίς στιν οτος;
Εκείνος που
“Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη
και ως αμνός εναντίον
του κείραντος αυτόν άφωνος”,
θα οδηγηθεί από τους ίδιους
από το ποίμνιο που ήλπιζε
σωτηρία επίγεια
καθημερινό  άρτο και οίνο
χωρίς ταπείνωση
ελευθερία επί της γης
από εκείνους που ερμήνευσαν τα λόγια του
κατά το δοκούν
εύκολα παραδόθηκαν
ως είθισται 
υποχείρια υποζύγια
των εκάστοτε κρατούντων


 






Το θάρρεμαν της αγάπης



Αστράφτει το βλέμμα
Η χαρά πλημμυρίζει τα μάτια
Ξεχειλίζει
Αδύνατον να κρυφτεί
Όλο το σώμα ζει
Ακτινοβολεί
Η προσδοκία θριαμβεύει
Το χαμόγελο ακυβέρνητο
Ο βίος ηδύς και αστραφτερός
Ποια είναι άραγε η αιτία
Έρως ανίκητος
Η εξουσία, η εργασία
Υπάρχεις
Μέσα από τους άλλους
Η ζωή αποκτά νόημα
Τι κάνει ανεκτή και όμορφη την ζωή
Να νοιώθεις σπουδαίος
Alive
Εξαφανίζεται η μαυρίλα
Ο πόνος η μοναξιά
Είναι ο συγχρωτισμός
Ο αχός των ανθρώπων
Η αλληλεπίδραση
Οι παράλληλες μοναξιές
Συνυπάρχουσα μιζέρια
Είναι η εξουσία ισχυρότερη
Του έρωτος
Η ψευδαίσθηση
Της σπουδαιότητας σου
Είσαι ο κύριος τροχός
Που γυρίζει τον κόσμο
Κυρίαρχος βασιλέας
Σε ανύπαρχτο βασίλειο
Ή το θάρρεμαν[1] της αγάπης
Γλυκά διαποτίζει νικά
Την πικρίλα
Εκκρίνονται οι ορμόνες
Της διπολικής happiness
Αναμφισβήτητος νικητής 





[1] θάρρεμαν =ελπίδα


Ουρανοπούλια


Φλύαρα τα πουλάκια
Δεν σταματούν
Να κουβεντιάζουν
Μόλις οι πρώτες ακτίνες
Του ήλιου χαμογελάνε
Αρχίζουν το κουβεντολόγι
Always   παρόντα
Καταφεύγουν στο μικροσύστημα
Αναζητώντας
Ψίχουλα
Παίρνει σπυρί
Το κοιτώ και απορώ
Άραγε θλίβονται
Πηδούν από κλαδί σε κλαδί
Σωστά ποιούντα μόλις
Αντιληφθούν
Ανθρώπινη παρουσία
Πετούν μακριά
Ξανάρχονται
Ασύστολα λερώνουν κάγκελα
Βεράντα
Σκαλίζουν άτσαλα
Τις ανθισμένες γλάστρες

Αφούκρασις 
Βίοι παράλληλοι
Σώπασαν και αυτά
Tender silence
They gone
Πού εδέβαν;
 


2/4/18

Get up!


Έρχεται η κακοθυμία
Ανίκητη ανυποχώρητη
Σίγουρη στρογγυροκάθεται
Απρόσκλητη ανεπιθύμητη
Απλώνεται αέριο αναισθητικό
Παραλύει το κορμί
Η θέληση υποκύπτει
Σπαρταρώντας
Περιμένουν τα σημαντικά
Σωρηδόν
Ατενίζοντας το πεπερασμένο
Κούφιο άπειρο
Ο ήλιος χαμογελά περιμένει
Τα συννεφάκια παίζουν
Παιχνιδιάρικα αεικίνητα
Τα λουλουδάκια ανθίζουν
Στις ξεχασμένες γάστρες
Χαρά θεού η φύση
Αποκαμωμένη η ψυχή
Μινυρίζει
Παράπονα  αιχμηρά
Και ανόητα
Βαραίνουν όλα
Ασήκωτα και πικρά
Κεκορεσμένη η θλίψη
Βρώμα που κοχλάζει
Ξεχειλίζει ξεχύνεται
Get up!
Τρέχα να ξεφύγεις
Από το γέραμαν