26/6/18

Απρόσκλητη


Είναι η βροχή
Που έφερε την φθινοπωρινή μελαγχολία
Είναι οι εξετάσεις
Εισέβαλε πάλι η θλίψη
Απλώνεται σαν αεράκι ανάλαφρο
Κολλάει σαν βδελυρή μύξα
Όπου βρει
ήσυχη φρόνιμη σιωπηλή
εδώ κάθομαι στην γωνίτσα μου
δεν ενοχλώ σιγομουρμουρίζει
αόρατη και πανταχούσα
απροσδιόριστη παραλυτική
ήρθε
αλλά θα φάει μια
γερή κλωτσιά
να πάει από κει που ήρθε
ουστ !
ανεπιθύμητο παράσιτο

ουκ έγνως



Πολλά προβλήματα ο καλοκαιρτς
Βρέχει ασταμάτητα
Βροντά και αστράφτει ο ουρανός
σειέται
Ο πάνω και κάτω κόσμος
Θεατές των δρώμενων τριγύρω
Κριτική προβληματισμοί
Ατενίζεις τα πολλά κακώς κείμενα
Δεμένοι με αόρατα ατσάλινα δεσμά
Μόνο να κρίνεις
Ανημποριά
Τι να κάνεις
νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί, 
με αγνάτεμα  και κριτική
πάντα ο κόσμος προχωρεί
μέχρι να ξεχωρίσεις
το σωστό και το λάθος
το ηθικό το ανήθικο
το δίκαιο  και το άδικο
μέχρι να βρεις
τον τρόπο να παλέψεις
για δικαιοσύνη  σε αυτήν την ζήση
θα σε ισιώσει η αδιάφορη γη

24/6/18

Η γυνή αυτού



Η δε γυνή περιβλέψασα όπισθεν έγεινε στήλη άλατος
 
Η μυρωδιά της καμένης σάρκας
Ο ξερός αέρας έκοβε την ανάσα
Τα ουρλιαχτά τρύπαγαν οδυνηρά
τους ακουστικούς πόρους
τα μάτια ανάβλυζαν ακυβέρνητα
έτσουζαν έκλειναν
καυστικά ποτάμια
κόλλαγαν  στο ανυπεράσπιστο σώμα
ο πόνος αμιγής παντοδύναμος
κυρίαρχος
οι ηθικοί άφηναν πίσω τους
ανυποψίαστους αμαρτωλούς
Έστρεψε να δει την πόλη που άφηνε
Τις γειτόνισσες που έπλεκαν μαζί
Σιγοτραγούδαγαν τα πορφυρά δειλινά
Ανώνυμη χαμένη  σιωπηλή
Τα νήπια που έπαιζαν αμέριμνα
Τα ερωτευμένα μάτια
Που μίλαγαν σιωπηλά
Οι φωνές στην αγορά
Ο ήχος των προβάτων
Που έβοσκαν ειρηνικά
Τα τραγούδια του τρύγου
Τα κλάματα των νεογέννητων
Τα βογκητά της λεχώνας
Η κόρη με την στάμνα
Να κουβαλά νερό
Ο ενάρετος  σύζυγος
Προσφέρει δύο θυγατέρας αίτινες
δεν γνώρισαν άνδρα
και μπροστά
σπηλιές
ο πατριάρχης
προσφυγιά
ηχώ φλεγόμενων  ουρλιαχτών
ανύμφευτες  θυγατέρες
πλαγιάζουν με αμέτοχο
μεθυσμένο πατέρα
γυρνά με θάρρος
δεν εγκαταλείπει 
την πόλη που έζησε
θέλει να ξέρει
μαζί με τους άλλους
ας χαθεί
ας διασώσει την ζωή του ο Λωτ
ο αγαπημένος ανιψιός

δεν μπορείς γυρνάς αναζητάς
την fake αγάπη
κάθε φορά
γίνεσαι πονεμένη στήλη άλατος
βρέχεσαι με  
πυρ και θείο
κάθε φορά
γυρίζεις
γνωρίζοντας
το τέλος
αναζητώντας μάταια
το πονεμένο
άχρηστο όνειρο


23/6/18

Ασταθής αιθρία


 
Παλεύει ο ήλιος να διώξει
Την βαρυθυμιά
Βουρκώνει αθέλητα
Τον πνίγουν γοεροί λυγμοί
Φουσκώνουν τα δάκρυα
Τα σύννεφα μαυρίζουν
την άστατη ψυχή
κάποιος Αίολος
τα παραδέρνει
ξεφεύγουν κάπου κάπου
δάκρια πικρά
και ενίοτε χείμαρροι ασυγκράτητοι
χαρακώνουν την ξεραμένη γη
ζαρώνει ως δέρμα
χιλίων ετών
δέχεται
το βίαιο υγρό
ανοίγει διάπλατα αθέλητα
ρουφά βουλαιμικά
την θερινή ανέλπιστη βροχή
παροδικά την διαπερνά
η τροπική δίψα παραμένει
ο πόνος βροντερός
λάμψεις μανίας
διασχίζουν τον χλωμό
ουρανό
ακούνε σιωπηλά
τα πλάνητα στρουθία
τινάζουν την λασπερή βροχή
από τα αδιάβροχα πτίλα
υπομονετικά
τα λευκά άνθη της μανόλιας
τινάζουν τα νερά
λάμπουν green φύλλα
στην βροχή
Passion flower
Κοιλοπονά
Δεν λέει να ανθίσει
ο χρόνος διαλύεται
φεύγει κρυφογελά
σαρκάζει
ονείρατα άπιαστα
σταθερά σαθρά
σκορπά το  δακρυσμένο χώμα.

14/6/18

Πικρασία


Πικρασία[1]
Ολοένα τριγυρίζουν
Η θλίψη με την μεγάλη της αδελφή
Την τρέλα
Ανεπαίσθητα πλησιάζουν

Σεμνές αθόρυβες στην αρχή
Έρχονται απρόσκλητες ανεπιθύμητες
Μία μια
Και οι δυο μαζί
Σπρώχνονται να μπουν
Παρακολουθούν το σπίτι
επί 24h βάσεως
Μόλις αντιληφθούν δίοδο ορμούν




















Στενή πολιορκία

Εμμονή εφήβου
στα πρώτα καρδιοχτύπια
ύπουλο δηλητήριο
εισρέει αγάλι αγάλι
στην κουρασμένη ροή αίματος



















γενναία αγωνίστρια η λογική
λυσσαλέα αγωνίζεται
αποκρούει τα ανήθικα χτυπήματα
αποκαμωμένη αδύναμη
υποκύπτει
ως Σίσυφος επανέρχεται



[1] πικρασία =πικρή γεύση, μεταφ. θλίψη


12/6/18

Πυκνοκούτερμαν


Πυκνοκούτερμαν[1]
Προσδοκούσε
Όπως άλλοι προσδοκούν ένθερμα
Ανάσταση νεκρών
Προσδοκούσε ανάσταση
ψυχής και σώματος
Επί αυτής της γης
Απέμεινε να περιμένει
Ψάχνοντας τον σωστό
Τρόπο προσέγγισης
Τα μάτια το σώμα
Έλεγαν σεμνά άδολα
Την Άρρητη αθώα επιθυμία
Υπήρχε καιρός
Άκαρποι κόποι
Απέμεινε στο περιθώριο να ελπίζει
Είδε να χάνεται η ευκαιρία
Το ποθητό ταίρι
Έπλευσε σε άλλους γιαλούς
Χαρούμενος εύθυμος
Εύμορφος και άπιαστος
Αρμενίζει μακριά της
Δεν χάνεται από τον ορίζοντα
Αυτά που ήλπιζε
Αυτά που έβλεπε
Στα ζωντανά πολλά υποσχόμενα μάτια
δίδονται
Με απλοχεριά
Σε αλλότρια αντανάκλαση
Ανάλαφρη η θλίψη της χαϊδεύει
Τα όμορφα μαλλιά
Εισδύει απαλά
Κυριαρχεί
Στην άβυσσο της ψυχής
Σκορπίζεται παντού
Σπαράζει το κορμί
Τα δυνατά χέρια
Ψηλαφίζουν με πόθο
Άλλο παραπονιάρικο δέρμα
Εχάθη ο σύντροφος
Ασυγκράτητα κυλούν τα δάκρυα
Για την αγάπη που κούρνιασε
Αθώα σε άλλη αγκαλιά


[1] πυκνοκούρτεμαν =καταπίνω συχνά, συγκρατώ τον εαυτό μου ώστε να μην ξεσπάσω σε δάκρυα


Καλοκαιρινή ραστώνη


ευωδιές του θέρους
αφυδατωμένες ολόισιες
πευκοβελόνες
ατόφιες
αποχρωματισμένες
απώλεσαν την έσχατη σταγόνα ύδατος
αδελφικά αγκαλιασμένες
σκεπάζουν σιωπηλά
το διψασμένο χώμα
ο ήλιος τις χαϊδεύει
μέσα από τα πράσινα φορέματα
αναδύουν μύρα του
θερμού καλοκαιριού
αναστενάζουν λυπημένα
κάτω από τα καλοκαιρινά υποδήματα
ο ήχος των φυτικών οστών
αντηχεί
θρυμματίζονται
σπάζουν
αμφίβολη ηδονή
ευωδιές και ήχοι του καλοκαιριού
αναμνήσεις
καυτός ήλιος
αφυδατωμένος αέρας
αδιάφορα πολύχρονα πεύκα
σκέπη
ο ήλιος παίζει κρυφτό
μπερδεύονται οι μυρωδιές
καλοκαιρινών ακίδων
ροδέλες φρεσκοκομμένου αγγουριού
άπνοια
το σώμα νοτισμένο παραδίδεται αθέλητα
αδύναμο στην καλοκαιρινή ραστώνη
η μέρα αργοσέρνεται  
Διαστέλλεται ο χρόνος
τα δευτερόλεπτα φουσκώνουν
χάνονται
ιστορίες πλάθονται
ζωντανεύουν
εξατμίζονται
ξεψυχούν 


9/6/18

Λογύρ


Λογύρ[1]
H ιστορία επαναλαμβάνεται
Τα Ίδια Πάντα ρέουν
Ακατάπαυστα 
Στο ίδιο ακίνητο σημείο
Πανομοιότυπη σπείρα στον
Άχρονο χρόνο
Τολμά το μελισσάκι άφρονα
Να ατενίσει το γαλανό ουρανό
Να δραπετεύσει από
Τους  χαώδεις ύπερους
Τινάζει την γύρη
Από το σώμα του
Πετά μακριά
Τολμά  το ταπεινό μυρμήγκι
Να λοξοδρομήσει
Πετά την πέτρα του Σίσυφου
Τίποτα δεν αλλάζει
Χαρωπό αισιόδοξο
βγαίνει από την γραμμή εργασίας
επιλογές
σύνθλιψη –επαναφορά
αμέριμνη  fly crush
σε θλιβερούς υαλοπίνακες
συμπληρώνονται ταχέως τα κενά
νέο αίμα
Μηχανικές τροχιές
Στέρεες αιώνιες
Ο καθείς εκεί που τον έταξαν
στασίδια κατειλημμένα
ορισμένα
από άλλους για άλλους
επιβίωση της ιεραρχικής αποικίας
αυτοσκοπός

 



[1] λογύρ(ιν) =η πρώτη κυκλική σειρά λίθων πάνω στα οποία στηρίζεται όλος ο θόλος του φούρνου


7/6/18

Άδηλος


Από ολούθε συμβουλές
Για το ευ ζην
Η ζωή άνευ διδασκάλου
Οδηγίες
Για την άπιαστη
ακαθόριστη ευτυχία
που διάβολο κρύβεται
στέλνει πλάνα σημάδια
γαντζώνεσαι
από τα σαθρά σκοινιά της
ελεύθερη επιταχυνόμενη πτώση
σκας με βρόντο
στις σπασμένες άπλυτες πλάκες
του παρατημένου πεζοδρομίου
πληγωμένος σκύλος
γλύφεις να αυτο- ιάνεις
τις αιμορραγούσες πυώδεις πληγές
ως  Ιώβ ελπίζεις πάντα
σηκώνεσαι
αφουγκράζεσαι
μέσα στο πυκνό σκοτάδι
τα χέρια άοπλα ψηλαφούν
αναζητούν
αόμματος  με υγιέστατους οφθαλμούς
το ξαφνικό δυνατό φως
σε στραβώνει
δεν βλέπεις πάλι
ματαιοπονείς
ο κόσμον άδηλον[1] εν

 


[1] άδηλος =μάταιος, λευκή κηλίδα που σχηματίζεται πάνω στην ίριδα του οφθαλμού


6/6/18

Τετερίσματα


Έκλεισα την μουσική
Ελαφρά ζάλη
Το συνεχές κελάδημα
φλύαρων πουλιών
συναγωνίζεται την μουσική΄
το μοτέρ του βαριά
εργαζόμενου κλιματιστικού
τι λένε
που βρίσκουν την διάθεση
πριν ο ήλιος ξεμυτίσει
αρχίζουν ακατάπαυστα
όλα μαζί διαγωνισμό αντοχής
φλύαρες γειτόνισσες
σχολιάζουν το κάθε τι
στην γειτονιά
αγνοούν επιδεικτικά
τις ώρες κοινής ησυχίας
αφουγκράζομαι
ο πύργος της Βαβέλ
μπήκε στο χορό το κλάμα
ενός μωρού
αρνείται να πάει στο σταθμό
μάταια προσπαθεί
ο πατέρας να το πείσει
ο χρόνος ανελέητος
σκληρές αποφάσεις
να παρατήσει τα πάντα
να μείνει κοντά στο παιδί του
να παίξουνε όλη μέρα
να μιλούν όπως τα στρουθία
χωρίς κανόνες
χωρίς δουλεία
να τιτιβίζει το νήπιο χαρούμενο
ο στοργικός πατέρας
θα κατανοεί
κάθε ακατανόητη λεξούλα
του παιδιού
που κελαηδά χαρούμενο