30/3/15

Αντόν


Ax ο αγαπητός Τσέχωφ
Καλά τα λέει όλα

Δεν μας λέει

Τι να κάνουμε

Για να μην είμαστε μικροαστοί

Για να έχει νόημα η ζωή

Που βρίσκεται η ευτυχία

Στην κύρια με το σκυλάκι;

Για την αγάπη;

Γάμος ή εργένης

Υπάλληλος ή μουζίκος

Μπορούμε να είμαστε

Αληθινοί διανοούμενοι

Ζούμε βέβαια στην

Ηλιόλουστη μυρωμένη

Ελλάδα

Θα μπορούσαμε άραγε

Να αρνιόμαστε

Τον βρώμικο λιγδιάρη

Πενιχρό μισθό

Να απλώναμε τα πίσκα χέρια

Για ένα καπίκι

Να υπερυψωνόμαστε

Πάνω από τα εγκόσμια

Υπεράνω πείνας, σάρκας

Εξουσίας

Αναζήτηση αποδοχής

Αδιάφορων ξένων συμπολιτών

Ποιο είναι το καλούπι

Του καλού και χρηστού πολίτη

Του ώριμου ανθρώπου

Που θα βρούμε

Την πραγματική καθαρή αγάπη

Πως θα εξασφαλίσουμε τις βιοτικές ανάγκες

Χωρίς να μολυνθούμε

Πως γίνεσαι πνευματικός άνθρωπος

Καλύτερα να βουλώσουμε τα αυτιά μας

Στο υποφερτό πόνο των άλλων

Να κλείσουμε τα μάτια

Στην ολοφάνερη κοινωνική αδικία

Ας συνεχίζουμε να διαβάζουμε

Τσέχοφ, να βλέπουμε

Θέατρο να συζητάμε

Να ενεργούμε επί χάρτου

Να ταυτιζόμαστε με ήρωες

Ας λουφάζουμε στη γωνιά

Με ένα εσπρέσσο

Ή καλύτερα με ποτήρι

άκρατου οίνου

Ας ενημερώσουμε τους πάντες

Να μας συμπαρασταθούν

Για το εναπομείναν αγκαθάκι

που μας τρύπησε 

καθώς τοποθετούσαμε

τα υβριδικά ρόδα

στο βρόμικο πολύτιμο βάζο

28/3/15

Θαμπόφωτη βόλτα



Το μούχρωμα απλώθηκε
Αγάλι αγάλι
Οι φλύαροι χαρούμενοι ψιττακοί
Δίνουν αναφορά όλοι μαζί
Λένε ιστορίες, λατρεμένα παραμύθια
Έρωτες, περιπέτειες,
Συναντήσεις, μάχες
Ανέμελα τιτιβίσματα
Για τη μέρα που φθίνει
Γεμίζουν τους σιωπηλούς ευκαλύπτους
όλη η πλάση αφοπλίζεται
από την ερεβένινη
υποχθόνια νύχτα
με τα σκοτεινά μυστικά της
παρέξ οι κατακτητές
από ξένα μέρη
like αγροκόριτζα[1] γονουσεύουν[2]
ασταμάτητα
απλώνεται η παροδική αισιοδοξία
στο σιωπηλό ημίφως
οι συντηρητικοί οδοιπόροι εγκαταλείπουν
το νυσταγμένο πάρκο
πιθανόν άλλες ομάδες
θα εισορμήσουν
αναχπάραχτα[3] εχπαράγα[4]
δύο ανέμελοι ποδηλάτες
με σούμωσαν αθόρυβα
«φοβήθηκε η θεία»
μειδίασε ο εις
Speechless
Αργά ήρθε η απάντηση
Θεία δεν με λένε ούτε
Τα ανίψια μου
Θα....
Μέχρι να την εκφέρω
Πέρασαν την πύλη
Επιτάχυνα να τους φθάσω
Στο φανάρι
Έγιναν καπνός
Άντε να προλάβει η θεια
Τα ποδήλατα κλπ
Έχασαν την ευκαιρία
Για μια δωρεάν συμβουλευτική
Νουθεσία, για γόνιμο προβληματισμό

Please, μην σχολιάζετε μην τρομoκρατείτε 
τις ατρόμητες μοναχικές  στρατοκόπισες

 




[1] αγροκόριτζον = κορίτσι ζωηρό και ανυπότακτο
[2] γονουσεύω = ομιλώ, συνομιλώ
[3] αναχπάραχτα =απροόπτως, ξαφνικά
[4] αχπαράζω = τρομάζω ,προξενώ εις τινα αιφνίδιον τρόμον

no fixed address



Σύγνεφο ήταν και χάθηκε
Άφρων γυρνάει
Στους αφιλόξενους βρώμικους
Δρόμους
Έξαλλη ρωτά τους
Τρομαγμένους βιαστικούς διαβάτες
Μ΄ αγαπά ο καλός μου;
Σκορπά αμηχανία
Το βλέμμα οξύ αγωνιώδες
Ράκη ανεμίζουν
Ανυπόδητος
Χιλιόμετρα περιστροφής
Γύρω από το αδυσώπητο σημείο
Unprotected
Εξιπλάησεν[1]
Απεγνωσμένα αραέβ[2]
Η ζάνταινα[3]
Αστήρικτα στηρίγματα
εξείλθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς
καὶ ἀνάγκασεν εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ
η κενή ψυχή



    



[1] εξιπλάησεν = δεν ξέρει τι του γίνεται, τα ‘χασε και κάνει σαν τρελός
[2] αραεύω = ψάχνω, ερευνώ
[3] ζαντός = τρελός


27/3/15

εντάμωμα



εντάμωμα[1]

για τη φίλη μου τη Λ.


Ανοιξιάτικο διάλειμμα
Ο κατσούφης Μάρτιος
Ανηφορίσαμε προς το
Αγαπημένο Ποικίλο όρος
Γέμισαν οι πρόποδες του άλσους
Ίριδες, φρύες, σιλινή
Όλα τα μικρά αγριολούλουδα
Θαρρετά άνθισαν
Καμαρωτά απλώνουν
Τις αριστουργηματικές υπάρξεις τους
Δεν πτοούνται από την αδιαφορία
Από την ανωνυμία
Το μάταιο της ύπαρξης
Τις πιθανές καταστροφές
Στέλνουν θερμά χαμόγελα
Τους ορώντες και βλέποντες
Περπατούσαμε στην άκρη
Άκρη Του δρόμου
Καθώς τα οχήματα
Λαμβάνουν μέρος σε ράλι
Αναχπάραχτα[2] κωδωνισμοί[3]
Χαρούμενοι
Μας ξάφνιασαν
Τιτιβίσματα γέλια
Στη στροφή αναδύθηκε
Σμήνος μικρών εφήβων
Στην σειρά
Ο σοβαρός  καθηγητής δάσκαλος
Με την ντουντούκα
Επανέφερε τον άτακτο στρατό
στη τάξη
σινεύσαμε[4] αφήσαμε
την  σκανταλιάρικη παρέλαση
να περάσει
σαν τους επισήμους
σειρά σειρά
τα χαρμόσυνα αναψοκοκκινισμένα
πρόσωπα
κελάρυζαν καλημερίες
σχολίαζαν
πείραζαν
ενημέρωσαν ότι ανέβηκαν
στο Ποικίλο όρος
ότι πέρασαν καλά
κάποιο μας είπε
τραγουδιστά
καλημέρα-καλησπέρα-
καληνύχτα κλπ
έκλεισε το άγημα
σοβαρός και ο τελευταίος
επιβλέπων
απομακρύνθηκε  σιγά σιγά
ο αχός του εύθυμου νέφους
σχολιάσαμε ως είθισται
την αισιοδοξία που σκορπά η νεολαία
την ζαλάδα που προκαλούν
επαινέσαμε τους συνοδεύοντες
αναλύσαμε την επικινδυνότητα
το ρίσκο
συγκρίναμε με άλλους αδιάφορους
δημόσιους λειτουργούς
συνεχίσαμε στα ανθισμένα μονοπάτια
παραπονεμένα γεροντοκόριτζα
καταβάλλοντα υπεράνθρωπες
προσπάθειες
να εκδιώξουν την αναιδή
απροσκάλεστη σκυθρωπία

   πρωτάνοιξη 22


[1] εντάμωμα[1] = προσαρμογή δυο πραγμάτων, συνάντηση
[2] αναχπάραχτα = ξαφνικά
[3] κωδωνίζω = κωδωνίζω, ηχώ, αντηχώ με κουδουνιστή φωνή, οδηγώ την βοσκή
[4] σινεύω =εισδύω, χώνομαι κάπου, κάθομαι συνεσταλμένος και σιωπώ

26/3/15

ανεξήγητος τρόμος
















Η βροχή μόλις είχε σταματήσει
Ο ήλιος είχε βασιλεύσει
Χαμηλό φως διαχεόταν
στην ατμόσφαιρα
απέναντι από τον σταθμό
το Κοσμικόν επέζησε
οσμές των σιροπιαστών
τρυπούσαν τις μύτες
των βαριεστημένων
των υποσιτισμένων
περπάτησα στα υγρά πεζοδρόμια
λιγοστοί οι διαβάτες
κάποτε έσφυζε ο δρόμος
από μετανάστες, μικροπωλητές
από όλα τα μέρη της γης
τα δέντρα γυμνά ακόμα
τα μαγαζιά ανοιχτά
με μια αίσθηση ότι έχουν κλείσει
από καιρό
μπροστά περπατούσε ένα κοριτσάκι
γκρι φόρμα
ροζ ζακέτα με σχέδια
κουκούλα φορεμένη
απλή  συνηθισμένη
καθαρή ενδυμασία
τα χεράκια στις τσέπες
αίσθημα τρόμου
απόγνωση φρίκη
θέριεψε
το νήπιο προχωρούσε με σιγουριά
μόνο ασυνόδευτο
η κίνηση μεγάλου
ώριμου άφοβου
τίποτα προκλητικό
περπατούσε στον κακοφωτισμένο
δρόμο
χωρίς φόβο βιασύνη
μια φρικιαστική ηρεμία
ανατριχίλα
δεν ζητιάνευε
δεν χάζευε στις βιτρίνες
δεν κοίταγε δεξιά αριστερά
δεν κοντοστεκόταν πουθενά
βάδιζε ευθεία στο σκοπό του
περπατούσε με άνεση
κατέβηκα από το πεζοδρόμιο
δεν μπορούσα να βλέπω
τι με γέμιζε με ανησυχία
άγχος
μεγαλώνουν τα νήπια
μετανάστες και από την ζωή τους
βρώμικη ανθρωπότητα
και εμείς τυφλοί επαίτες
ο δρόμος το σπίτι τους
ωσάν να ακολουθούσα
έναν μικρό τρομοκράτη
επαίσχυντη βόμβα
καλά κρυμμένη
μια γυναίκα που τα έχει
ζήσει όλα
προχωρούσαμε μαζί
ήθελα να στρίψει
δεν είχα άλλη επιλογή
παρά να περπατώ
βλέποντας
την χαμένη παιδική ηλικία
φρίκη χωρίς στοιχεία
φαντασιώσεις παρανοήσεις
ψυχικού σάψαλου
βράδυνα το βήμα μου
να εξαφανιστεί
το αποτρόπαιο πραγματικό
ή φανταστικό σενάριο
σταθερά η μικρόσωμη φιγούρα
μπροστά μου
χωρίς ψώνια
έστριψε
αυθόρμητη κίνηση
να το ακολουθήσω
που γύρισε μόνο τέτοια ώρα
δεν μπορούσα να κάνω
τίποτα
χάθηκε στον αδιάφορο κόσμο
ζόφος ο ήσυχος δρόμος
όπου ανεξάρτητα ήσυχα
αθώα νήπια
σκορπούν αθέλητα
ανεξήγητο τρόμο

σκασμοχόλης



Εχολιάστε[1] με τον αγαπημένο της
Η ξένοιαστη άνοιξη
Τα έβαψε γκρίζα
Αγνόχολη[2]
Μυξόκλαιει συνέχεια,
Θύμωσε με τον φίλο της
Το ήλιο
Μάζεψε όλες τις στεναχώριες της
Πυκνός χλωμός μανδύας
Κάλυψε ήλιο και ουρανό
Κρύφτηκε η χαρά
Εξαφανίστηκαν τα λαμπρά χρώματα
Πείσμωσε
Δεν θέλει να φανεί
Την μια στιγμή τα ξεχνά όλα
Ακούγεται στην Πλάση
Το γάργαρο γέλιο της
Την άλλη κλαίει και οδύρεται
Συγχωνεύτηκε η εαρινή μελαγχολία
Με την φθινοπωρινή
Κάτι σαν τα πρωτοβρόχια
Δειλοί οι αστικοί οδοιπόροι
αβαράδες[3]
Αφήνονται στο σκασμοχόλη[4]
Θέλει γενναιότητα να αψηφήσεις
Τα σκοτεινά ρυάκια των δρόμων
Τις ύπουλες λιμνούλες
Τους ξαφνισμούς καταιονισμούς
Από τα αφηνιασμένα οχήματα
Περιμένουμε τον ήλιο
Να μας στείλει
Το τρυφερό του χαμόγελο
Την άνοιξη να εμφανιστεί
Με τα χαρμόσυνα τραγούδια



[1] χολαίνομαι = θυμώνω, οργίζομαι
[2] αγνόχολης =ο χολιασμένος, σκυθρωπός από οργή
[3] αβαράς = άνεργος, χασομέρης
[4] σκασμοχόλης = πνιγηρός καιρός

25/3/15

καταφύγιο



Κόσμος που αναζητεί την παρουσία μας,
Οι λόγοι ακούονται και εισακούονται,
Ενισχυτικοί παρηγορητικοί
Γεμάτη και η σιωπή
Τρυφερότητα
Τα σώματα ήρεμα
Αναδίδουν άρωμα συμπαράστασης
Άφατης αγάπης
Δεν υπάρχει περίπτωση
Misunderstood
Λόγια άσκεφτα εκφωνηθέντα
Αφοπλίζονται
η άμετρη καλοσύνη
με το μαγικό ραβδάκι
ροδοπέταλα βελούδινα
γυάλινη σφαίρα
η αλήθεια του καθενός
εντάσσεται ισότιμη
στην αλήθεια του πλησίον
αντίθετες, αγαπημένες, αληθινές
λικνίζονται αρμονικά
στο άκουσμα των πλέον
εσώτερων μουσικών
χέρι να στηριχθείς
να δεχτείς απαλό χάδι
αντάμα να πορευτούμε
ανεβασίδι[1] λιθάρια[2]
γλυκό το δείλι
καταφύγιο στην μπόρα  









[1] ανεβασίδι =ανηφορικός δρόμος
[2] λιθάριν = πέτρα, λίθος, βράχος

22/3/15

άτακτο βλέμμα



H σοβαροφανής spinster
Σφικτά κρατώντας
ta personal  belongings της
υπακούοντας στις παραινέσεις
της αόρατης κυρίας
ονειροπολώντας
καθήμενη
νανουριζόμενη
από τους ήχους του μετρού
ηγέτισσα νικηφόρων σταυροφοριών
αίφνης
η πρεσβυωμυωπική ματιά
εστίασε στο τζην
σε απαγορευμένο μέρος
νεαρού άνδρα
ξαφνιάστηκε
με τα ορατά φυσικά προσόντα
τα σαφώς διακρινόμενα
από το ξεφτισμένο ύφασμα
αμέριμνα έπαιζε με το iphone
ο άγνωστος Υάκινθος
αστραπιαία εστράφη
το άτακτο βλέμμα στο άπειρο
σουφρώθηκαν τα χείλη
μη επιτρεπτές πίσκες σκέψεις
για καθωσπρέπει γαρήδες[1]
πόσο μάλλον για γεροντοκόριτζα[2]
usually όσο μπορεί
να ερευνήσει ανάντριστος[3] και ύπαντρος[4]
γαρή
διακριτικά χάνονται
σε κάθε είδους pants   
τα ανομολόγητα συνειδητά
ασυνείδητα επιθυμητά
κάκαλα[5] 
αυστηρή λογοκρισία
εχάθη στις σκέψεις
αποφεύγουσα να στρέψει
την κεφαλή στο απαγορευμένο σημείο
αποτζιτίζουσα[6] διακριτικά
να επικυρώσει
καθώς δεν υπάρχει εμπιστοσύνη
στην αποχωρούσα όραση  
δεύτερη σκέψη
επίτηδες με βοηθήματα
για να παρασύρει
τις μη έχουσες νουν
αναθυμήθη τον Πάνο
με τα προσόντα Σατύρου
που του προκαλούν ντροπή
και σε εμάς χαμογέλαγμαν
λελέβο[7] τα κάκαλα ΄ς
έλεγε η αθυρόστομη βασανισμένη
μανούλα μου 


[1] γαρή =γυναίκα
[2] γεροντοκόριτζον = γεροντοκόρη
[3] ανάντριστος = ανύπαντρη
[4] ύπαντρος =παντρεμένη
[5] κάκαλον = όρχις ανθρώπου ή ζώου

[6] αποτζιτίζω = κρυφοκοιτάζω
[7] λελεύω = να σε χαρώ Λατρεύω


H πρώτη μέρα της άνοιξης



H πρώτη μέρα της άνοιξης
Ο ήλιος άπλωσε τις θαλπωρές
Ακτίνες του
Έστειλε τρυφερά χαμόγελα
Ο ουρανός στολίστηκε
Με το καλό του γαλάζιο
Αρμενίζουν ξένοιαστα
Λιγοστά πάλλευκα συννεφάκια
Φουσκώνει η γη
Αναβλύζουν κάθε είδους
Αλατίτζες[1]
Τα τσιτσεκόπα[2] στολίζουν
Την αγαπημένη μίζερη
Μπετονένια Πόλη
Στο διαφεύγον μικρό ελεύθερο χώμα
Θηβών και Καβάλας
μέσα στους θορύβους
σε κάθε είδους μονοξείδια
και διοξείδια
Θεριεύουν τα χαμόμηλα
Ανάμεσα στις καταπράσινες
Μολόχες
Αστράφτουν στον ήλες[3]
Θαύμα οφθαλμών
Ανοιξιάτικη όαση
Κάτασπρα φυλλαράκια
Αγκαλιάζουν τα κούτουρνα[4] μηλαράκια
Θαυμαστά μπουκέτα
Ελπίδα ωραιότητα
Χαρούμενα ξεπροβάλλουν
Μου χαμογελούν
Έρμαια του αδιάφορου περιβάλλοντος
Ουδόλως πτοούνται
Σταγόνες χαράς
Αθέλητα μειδιάματα
Στη ζοφερή κοινωνία
Πινελιές αιώνιας
Εφρονολόγιστη[5]  Ζωή
Never give up


[1] αλατίτζα = φυτό άγριο
[2] τσιτσεκόπον = λουλουδάκι
[3] ήλες = ήλιος
[4] κούτουρνος = κίτρινος
[5] εφρονολόγιστος = χαρούμενος

20/3/15

χατίριν



χατίριν[1]
Στους νυχτερινούς νείρους
Σκληρός Αγώνας
Να απομακρυνθείς
Από ta day dream
Εκλώστες
Σαν να μην έλειψες ποτέ
Βασιλεύεις ακόμα
Στο αδυσώπητο ασυνείδητο
Τρυπώνεις απροσκάλεστος
Έρχεσαι ανάλαφρα
Δεσπόζεις αμέτοχος
Στο όνειρο μου
Ακροπατάς
Βαρύ μαγνητικό πεδίο
Κοτρόνα στα σαθρά στήθη
αποτζιτίζω[2] αμίλητη
Ματαιωμένο όνειρο
Αλον μίαν εξωπαίρω[3]
μουθουρίσκουμαι[4]
ξυπναναστορώ[5]
τζιργανίζω[6]



[1] χατίριν = ευυποληψία, η επίσκεψη σε πενθούσα προς έκφραση συλλυπητηρίων
[2] αποτζιτίζω = κρυφοκοιτάζω
[3] εξωπαίρω = παρεκτρέπομαι ηθικώς, ονειροπόλος
[4] μουθουρίσκουμαι = ξυπνώ μουγκρίζοντας
[5] ξυπναναστορώ = ξυπνώντας αναπολώ τη μνήμη μου
[6] τζιργανίζω = λειώνω πάχος και εξάγω τα αποτσιγαρίδια, τσιγαρίζω, μεταφ. λειώνω από θλίψη, υποφέρω

19/3/15

πίστις



Η Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
Αγία Παρασκευή
Ενσωματώθηκε στην μνήμη
Ρατσισμός  δεν αναγνωρίστηκε
Ο "νεοφανής" άγιος

Προσέρχονται οι ευλαβείς πιστοί
Μη εγκαταλείπης με η ελπίς μου και καταφυγή,
Να ικετεύσουν να προσευχηθούν
Για τα καλά και συμφέροντα
Να παραδειγματιστούν,
Να μάθουν να αντέχουν τον πόνο
Ίασις, χαρά[1] δουλεία κτλ
ελπίδες για θαύματα
χρειάζεται το θείον
όπως ο άνθρωπος παρακλήσεις
ικεσίες τάματα
δεν γνωρίσει
δεν είναι δική του επιλογή
οφείλεις να καλύψεις
την αμαρτία
με μακρύ ρούχο
μόνο για τα σκοτεινά θηλυκά
εξαφανίζεται ως δια μαγείας
η κακία
ο νους αντιστέκεται
θλίψη για τον άνθρωπο
η ψυχή φοβάται
την οργή, την εκδίκηση
τρέμει θεούς και ανθρώπους
ως να ήταν ο θεός
αδύναμος άνθρωπος
πίστις
άπιαστο όνειρο
βουβή άγνωστη
που εχάθη η Αγία;
Πως γράφεται η ιστορία
Το πολλαπλό πρόσωπο
Της άμωμης Αληθείας

Ξένος και εξόριστος εγενόμην της αγαπητής πατρίδος μου, διό, κλαίω και θρηνώ,



[1] χαρά[1] = χαρά, γάμος