31/5/16

γέραμαν


















Γενναιόδωρο το γήρας
Κάθε λεπτό κάτι δικό του αφήνει
Στο ανυπεράσπιστο κορμί
Εργατικό, άοκνο,
Αισχρός ζωγράφος
Μικροτεχνίτης σαδιστής
Το  φθονερό σουβλερό σκαρπέλο
Χαρακώνει αναίμακτα σκληρά
Το αντιστέκων δέρμα
Περιμένουν υπομονετικοί
Κλειστοί τάφοι 
Coming soon
Δραπέτευση από το σώμα
Ολόσωμη δερμάτινη φόρμα
Εύκολα θα αποβληθεί
Άστοργα παρατημένη
Ελεύθερη η ψυχή
Ανάταση ψηλά στους αιθέρες
Αργός ρυθμικός χορός
Νανούρισμα ζέφυρου  
Όλες οι αισθήσεις
Θα γελούν
Πολύ νωρίς για να αποχώρηση
 Too late για την  ζήση

αθάρρετη αγάπη





 
Η ευωδιά του καθαρού ιδρώτα
Το νοτισμένο φανελάκι
Φευγαλέα επαφή
Θολές αναμνήσεις
Ντροπαλές δειλές
Αγέννητες επιθυμίες
Αχνοφαίνονται
Τρέπονται φοβισμένες
σε άτακτη φυγή
μεθυστική αγουρέα[1]
μακρινό αμάλαχτο[2]  σώμα
σοβατισμένες
χαμένες οι μυρωδίες
καθάριο νερό
κελαρύζει χαρωπό
ευφραίνει τα κορεσμένα ωτία
ευαίσθητοι αισθητήρες
υποκύπτουν
νοητό αδιαπέραστο φράγμα
τα χέρια άτολμα ηθικά
ανίκανα να διασχίσουν
απόσταση αναπνοής
επαναφορά
στην πανίσχυρη ασάλευτη
καθημερινότητα
στην άνυδρη μακία
πύρινη  μοναξιά
ανθίζουν
καίγονται τα φρύγανα
μεθυστικά
λιβάνι μύρα
Thymus, φασκόμηλο
μνημόσυνο
αθάρρετη αγάπη 




[1] αγουρέα = οσμή του άνδρα

[2] αμάλαχτος = μη ψηλαφισμένος, άθικτος

29/5/16

Τροφοσυλλέκτες




............στον Γιώργο για την εξόρμηση 
 φχαριστώ!!!
 

Ανοιγμένα σπλάγχνα
Η ανηφόρα δίπλα
Στο necropolis
Η σήψη σιωπηλή εργατική
Αθέατη
Η ξεχασμένη βροχή στόλισε
Τις άκρες με άλωτα  ανευλόαρα[1]

Αγκομαχεί το μηχανάκι
Αφέθηκε υπό την προστασία
Των αθέατων ταφίων
Βιαστικά προσπέρασε
Το taxi
Αγληγωρεί[2] το αμφισβητούμενο
couple
Τρέχει προς την πρόσκαιρη
Ψευδαίσθηση
Διαφυγή από την ρουτίνα
Απομακρύνεται ο θάνατος
ο φουριόζος  χρόνος
Βραδύνει το τρεχαλητό
Πάνω ψηλά
Τα θυμάρια τα σπάρτα
Ευωδιάζουν γενναιόδωρα    
Τα θούμπουραν[3]  τα θύμπραν[4]
Αναγεννιόνται
Στεγνοί σπόροι σκορπίζουν
Λόγια αιώνιας αγάπης
Άραγε ακούν οι βιαστικές
Πεταλούδες
Τα σώματα αγγίζονται
Έσονται σάρκα μία
Παρόμοια με τα περιθωριακά
Ερωτομανή insects
Κοιτούν μακριά
Το πράσινο βουνό
Κουβεντιάζουν πιασμένοι χέρι χέρι
Τα ουσιώδη ασήμαντα
Who knows?

 
Ιστορίες στο περιθώριο
Πασκίτζες[5], φαρφατάρες[6]
Χρωματιστές πολύχρωμες
Χορεύουν ασταμάτητα
Ντίβες
Αποτυχημένος  παπαράτσι
  





Αδύνατον να φωτογραφηθούν
Ασύστολες οι ψιψάκες[7]
Βουρβουτίζουν[8]
Έγγιγμαν
Άνθη σώματα
Ερασιτέχνης φυσιοδίφης
Τροφοσυλλέκτες
Μεστό βάλσαμο
Πρωινή κίνηση
Στην μοναξιά του βουνού
Ανεπιθύμητες φωνές
Από μακριά
Γύρω  η φύση οργιάζει
Ακόρεστη ερωτομανής
Αδηφάγα, εργατική  
Ακούραστη, εύσχημη
Αισιόδοξη, ευφρόσυνη
Αφοσιωμένοι στο έργο μας
Συλλέγοντας
Απεικονίζοντας τη φευγαλέα
ζήση





[1] ανευλόαρος =άχρηστος

[2] αγληγορώ = βιάζομαι, γρηγορώ

[3] Παθύμπρον = φυτό βουνού

[4] θύμπρον = φυτό βουνού

[5] πασκίτζα =πεταλουδίτσα

[6] φαρφατάρα =πεταλούδα

[7] ψιψάκα =ονομασία διαφόρων ζωυφίων
[8] βουρβουτίζω =συνωστισμός ζωυφίων


26/5/16

mash



 
Εισέβαλε αγέρωχη
Η τροφαντή Musca 
χονδρούλα ζουμερή
το μαύρο δίπτερο
ωραία  διαφανή φτερά
χαίρει άκρας υγείας
βολταρίζει ατάραχη
Παντελώς αδιάφορη
για το ανεπιθύμητο κλίμα
επιδεικτικές πτήσεις
προσγειώσεις
αναζήτηση τροφής
πεδίου για ξαπόσταμα
διερευνήσεις
απογειώσεις τρελές
αναζητώντας επειγόντως
την παρατημένη μυγοσκοτώστρα
καίριο χτύπημα
θα ξεχυθούν τα άμοιρα σπλάχνα
mash
ο βδελυρός πολτός
θα κολλήσει βρωμερός
στις αμφισβητούμενες  επιφάνειες
σιχασιά
μάταιο κυνηγητό
άφαντη από το θολό
οπτικό πεδίο
παιχνιδιάρικο κρυφτό
αλαζονική μυΐα
εγλύτωσες
από τις δολοφονικές τάσεις
λυτρωμονή
ας ίπτασαι ελεύθερη
 

μπαινόβγαινε
χωρίς χαρτιά
βίζα, ταυτότητες
ας βγάλω αλλού
την πικρίαν 
My sweet αυτοξούσιο
Άπιστο pet

 

24/5/16

Ευόδωση αθώων επιθυμιών



Days and days
I was trying
Να φωτογραφίσω
Υπερκινητικό υμενόπτερο
It was used να με συνοδεύει
Μόλις  έστριβα στο αποστεωμένο
Ερημικό μονοπάτι
Ήτο μια ευχάριστος
Απροσδόκητη
Συνάντηση
με επιμονή με ακολουθούσε
αυτό ή άλλο συντρόφι
Ως το ερημικό παγκάκι
Εστριβογύριζε
Καθώς μάταια προσπαθούσα
Ερασιτεχνικά να διαλογιστώ
Να καθαρίσω το νου
Από ανεπιθύμητες σκέψεις
Με την υπολείπουσα όραση
Αχνοφαίνοταν κάτι ωραίο
Παιχνιδιάρικο
Δεν εσταμάτη πουθενά
Αγωνιούσα
Είχα σφοδράν επιθυμία
Να αποθανατίσω
Το ζούδι
Την χαρωπή ελαφρόκολη[1]
καντζιμίτρα[2]
Αλί αυτό επέτα και απομακρυνότανε
Όταν απελπιζόμουν
Ανεφαίνετο απροσδόκητα
Θαρρώ ότι με περιέπαιζε
Οψές εσκέφτη
Τις απόχες που κουβαλούν
οι εντομολόγοι
χρειάζονται παντός τύπου
φανεροί ή μη βίαιοι τρόποι
για να πείσεις
το αντικείμενο του πόθους σου
να ενδώσει στις επιθυμίες σου
αν το αιχμαλώτιζα
αν το κάρφωνα με αιχμηρή βελόνα
στην καρδιά
θα το έκλεινα για πάντα στην ματιά μου
θα το παρατηρούσα με την ησυχία μου
θα θαύμαζα τα αραχνοΰφαντα πτερά
τα χρώματα
και μετά θα το παρατούσα αδιάφορα
αλλά εμείς δεν καταφεύγουμε
σε αυτές τις τεχνικές
σε αφήνω μουρμούρισα
στην ελευθερία σου
στο καλό
but, suddenly αφέθηκε
έμεινε ήσυχο
δύσκολα το διάκρινα
μιμητισμός
πολλά ενσταντανέ
με άφησε να το παρακολουθώ
να το φωτογραφίσω
να το θαυμάσω
αχ ! μόλις σε απέρριψα
ενέδωσες
τι όμορφο που είσαι
είχα δίκαιο που σε κυνηγούσα

























  



   


[1] ελαφρόκολος = εκείνος που δεν μπορεί να καθίσει σε ένα μέρος πολλή ώρα, μεταφ. εργατικός, φιλόπονος

[2] καντζιμίτρα = έντομο

Μωρόγνωμη





Ο έρωτας ουρλιάζει μέσα στο κεφάλι
Θολούρα
Διαστέλλεται ο πόνος
Οι άηχες κραυγές ξεκουφαίνουν
Λιγοστεύει το Ο2
Πνίγομαι
Οι σκέψεις μαινάδες
Ασυγκράτητες
Τρομερές
Κοχλάζουν σε ερμητικά
Κλεισμένο καζάνι
Πουθενά δίοδος διαφυγής
Λυσσασμένοι ατμοί πιέζουν
το παραπαίοντα νου
αφηνιασμένα άλογα
παγιδευμένη στα χαλινάρια
σέρνομαι
ασκήσεις επιβίωσης
I will survive.
Στον άξενο κόσμο
Wake up
Γνέψω[1] μωρόγνωμη[2]


[1] γνεφίζω =ξυπνώ, ξεμεθώ

[2] μωρόγνωμος = ανόητος, μωρός, εύπιστος

Λιθάριν





Απέραντη πέτρινη πόλη
Στεγνή άνυδρη
Συνωστισμένοι μοναχικοί
όρθιοι κύβοι
Γυαλίζουν στον δύοντα ήλιο
Συμπόνισα την ασχήμια της
Στο μαλακό φως
Του φυγάδα ήλιου
Μοναχική λυπημένη
Κείται λοιδωρούμενη
Άναρχη βρώμικη
Πολύβουη
Αγκαλιάζει σιωπηλά
Τους ανήθικους κατήγορους
Αιώνες
Μακρά τείχη
Μυρμηγκοφωλιά
Πολιορκούμενη
Χρωματιστά ποικίλα λάβαρα
Αίγλη
Λασποχώρι
Capital
Τίποτα δεν έχει αλλάξει
Τίποτα δεν είναι όπως παλιά
Αναλλοίωτα τα πάθη
Μύριοι οι καημοί
Ρέουν και παραμένουν
Η φύση αδυσώπητη
Σταρ αλαζονικά
Αδιάφορα παρελαύνει
Συνθλιμμένο DNA
Αδιάλειπτα  κελαηδεί
Τον ίδιο σκοπό

Ο μαυροκότσυφας
Copy  
Αγνάντευε αμέριμνος
Την Αθηνά και τον Ποσειδώνα
Συλλογισμένος ο  Κέκρωπας
Μου γνέφει
Ο μέρμηγκας του Αίσωπου
Χαμογελά πικρά στον τέττιγα
Κουρασμένο το αεράκι
Παιχνιδίζει
Στο ματαιωμένο σώμα
Πέρα η σοφή πικροθάλασσα
Λικνίζεται
Στραβό μειδίαμα 
Στο σταθερό σημείο του κόσμου που γυρίζει


22/5/16

χανόπον



Σα να ευπρεπίστηκε  η περιοχή
Θα καθάρισαν οι αθέατοι
ΕΣΠΑ οδοκαθαριστές
Έρημη η περιοχή 

Εγκαταλελειμμένα σκοτεινά 
περασμένα μεγαλεία


Ήσυχοι δρόμοι
Εξαφανίστηκαν οι φυλές του κόσμου
Τα multicultural colors
Ξεθώριασαν
Καθαρή η φαινομενικά
ακατοίκητη συνοικία
Έγκλειστοι
Ημεδαποί, αλλοδαποί
Πρωινή μοναξιά
Χωμένο σε κεντρικό σοκάκι
Το ασφαλές χανόπον[1]
Αναμένει
Φιλόξενο
Για κάθε είδους ψευδαισθήσεις
δίωρη ημερομηνία λήξης
Ανακουφιστικό βάλσαμο
Υπάρχει για λίγο το σώμα
Ξαποστάζει for a while  η ψυχή
Απλώνεται το χέρι να αρπάξει
Τον χυμό στο πλαστικό ποτήρι
Εξαντλημένος δρομέας
Πληρωμένοι σταθμοί τροφοδοσίας
Satellites spy αδιάλειπτα
Ακούραστα  
Τις απόκρυφες ζωές
Ανίκανοι να δουν την
Πανταχού παρούσα μοναχία
…..to be continued hopefully


[1] χανόπον = πανδοχείο, ξενώνας

20/5/16

Αγρυπνία



Πέταξε μακριά
Ο ωραίος Ύπνος
Πήρε μαζί του
τη δροσιά της Λήθης
ήσυχα όλα
φεύγει και το ψυχρό
φεγγάρι
περιμένοντας
τους γνωστούς ήχους
τα φλύαρα πουλιά
πόσο ύπνο χρειάζονται
το απορριμματοφόρο
μετρώντας αμέτρητους αμνούς
παρακαλώντας
τον άπιστο ύπνο να γυρίσει
ανώφελα το τίλιο
το χαμομήλι
σαράκι χορεύει
στα σωθικά
τέλειο οικοσύστημα
θα το εξαντλήσει
βαρύ το κεφάλι
ρόδισε ο ουρανός
ο ήλιος έρχεται σίγουρος
"Sleep Video"
ματαίως
άυλη βροχή
ψυχρό αεράκι
παγώνει και το σώμα
επιμένουν τα λουλούδια
εφήμεροι ιβίσκοι
ρανίδες χαράς
πενιχρά σκυλάκια
ξεχασμένα ονόματα
βρέχει δυνατά στο you tube gr
πότε θα καλλύνω[1];




[1] καλλύνω = γίνομαι ωραίος


19/5/16

Αίσχιστος Θερσίτης




 










Άμοιρε αμετροεπή θερσίτη
Άγεις τον ανεπιθύμητο ύβο
Άμυαλε τολμάς
Να εκφέρεις την Αλήθεια
Όφειλε η μαμά σου
Να σε πάει σε πλαστικό χειρουργό
Να σε σουλουπώσει
Να σου πάρει δάσκαλο
Να σου μάθει το Savoir Vivre
Ας σε βάπτιζε αρχοντόπουλο
Και μετά ας μίλαγες
Ότι μαλακία και να έλεγες
Θα έπιανε τόπο
Αχ αυτή η μάνα σου
Τίποτα δεν σου έδωσε
Δεν ήσουν και από τη Σπάρτη
Να λύτρωνες με συνοπτικές
Διαδικασίες
Φάε τώρα τις ξυλιές σου
And don’ t speak
Ντο αραέβ[1]΄σ
Κατάπιε τον γέλωτα των συντρόφων σου
Άσε τα δάκρια σου να τρέξουν ελευθέρα
Να καθαρίσουν την αποτρόπαια μάπα σου
Απέραντη η καταφρόνια
Πάντα χωρά και άλλη
Γιατί χλευάζεις τους μετανοημένους φονιάδες
Που κλαίνε πάνω στα πτώματα
Των θυμάτων τους
Κακόμοιρε έχεις μούτρα
Για να μιλάς
Εν βρασμώ ψυχής
Θα φύγεις
Έχθιστε
Κάτσε στα αυγά σου



[1] αραεύω = ψάχνω, ερευνώ

Words in prison




 
Άδεια η κόλλα του P/C
Ματαίως περιμένει
Την θλιβερή μοναδική
Πρωτότυπη σοφία
Τις λέξεις πίδακες
Να μαστιγώσουν
υπομονετική σελίδα
Και ο κόσμος έκθαμβος
Ακίνητος να μείνει
λόγια καρφώνουν την καρδιά
Αυτό που ήθελε να ειπωθεί
Εμπρός του
Γυμνό κείται
Κάπου πέρα μακριά
Κάποιος ίδια πικρά
Δακρόπα χύνει
Ίδια μιζέρια στην καρδιά
Συνωστισμός μοναχικών καρδιών
Αλλόφρονες περιπλανημένες
Πλανεμένες ψυχές
Θύματα Αλαζονικής Αφροδίτης
Αχόρταγος οίστρος τις κεντά
No land
Μύριες λέξεις
Εθελοντικά φυλακισμένες
Μαλώνουν ξεφωνισμένες
σφυροκοπούν
Τον κουρασμένο νου
Αναποφάσιστες
Αδύναμες να δραπετεύσουν
Θέλουν να φύγουν μακριά
Ριζώνουν σε άδειο τάφο.

17/5/16

Μαύρη θάλασσα





Το ένστικτο της επιβίωσης
Αντιμάχεται με την ορμή
προς την ανεξαρτησία
Βαρύς ο βούρδουλας
Του κατακτητή
Σκλαβιά
Στις σκοτεινές στοές
Ποτάμι ο ιδρώτας για ένα ξεροκόμματο
Πενισιλλινίου  Άρτου
Σκυμμένο το κεφάλι
Συμπιέζεται φυλακίζεται η ψυχή
Για να μείνει ζωντανό
Το φθαρτό σαρκίο
Υπόδουλοι
Σκλάβοι
Ανθρώπινα υποχείρια
Προσαρμογές
Μέθοδοι διαφυγής
Για τα καλά και συμφέροντα
Των ψυχών
Η δουλεία ψυχοθεραπεία
Γονίδιο της λαρωτικής εργασίας
Εδραιώθηκε
Διαλείμματα
Επιστρέφει ασυγκράτητη
Η ταφόπετρα ο πόνος
της ματαίας ύπαρξης
υποδούλωση σκλαβιά
αδιάλειπτα υπερίσταται
ο βούρδουλας
η θλίψη δύσοσμο έλος
ακίνητο
κυριαρχεί



ονειρεύκουμαι



ονειρεύκουμαι[1]
 Ελπιδοφόρα η γυμνή
Πρωινή αντανάκλαση
Αντιστέκεται
στον αδυσώπητο χρόνο
χαρμόλυπο μειδίαμα
σαθρές αλαφροΐσκιωτες
ελπιδούλες
φτερουγίζουν χαρούμενες
καλπάζουν αλόγιστα
προς το αιματοποτισμένο
φως της αγάπης
τσουρουφλίζονται
επιμένουν εμμονικά
παίζουν με την μανία
αδιάφορη η πραγματικότητα
η φαντασία
ζωγραφίζει καμβάδες
αγάπης
ο νους γράφει αιώνιες
υπέροχες ερωτικές ιστορίες
το δέρμα εγκαταλελειμμένο
άσπλαχνα
στην στράτα
παιδί
βουβό
μου λείπεις
empty hands



[1] ονειρεύκουμαι[1] = ονειρεύομαι, ονειροπολώ

παρακάλεμαν



...για τον πρωινό καφέ.
πρόλαβα; 


παρακάλεμαν[1]
 











Μου λείπεις κακό μωράκι
Με αφήνεις
Μόνη στον απέραντο άξενο κόσμο
Μαραίνομαι μακριά σου
Λαμπερέ ήλιε μου
Έλα
Να ζεσταίνεις την παγωμένη μου
Ψυχούλα
Να λιώσει η παγωνιά
Νερό να ξεδιψάσει
Τα στεγνά φύλλα
Να αποκτήσει το κορμί
Τον χαμένο μυϊκό τόνο
Πλημμυρίζει η πεινασμένη αγάπη
Άσιτη έρημη παλεύει
Αστήρικτη έρπει
Στην  αιχμηρή Ανοπαία ατραπό της μοναξιάς
Θλιβερή σιωπηλή Επαίτισα
Ζαρώνει στο περιθώριο
Αναμένει
Τον πενιχρό οβολό
Να ανθίσει η ζωή
Η χαρά να συντροφεύσει
Η νοσταλγία για το όνειρο
Eικόν’ αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ’ έχω,
Πόσο μεθύσι μέθυσα ένας θεός το ξέρει
Πόσο πολύ εδίψασα
Συ  δ  σπγγον ξους κα σσπ
προσηνέγκεις  



[1] παρακάλεμαν = παράκληση, ικεσία