14/10/18

Ακηδία




 


Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, 

Πως παραδόθηκες στην φθορά
Πως παντρεύεσαι τον θάνατον
Σε άρπαξε 
Με τα γαμψά ανίκητα
ανελέητα χέρια του
μέγγενη
αταίριαστος αθέλητος γάμος
 Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ , καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; 
 
Πολεμά η ψυχή σου
Να μείνει με το σώμα σου
Αυτό το σώμα που καταρρέει
Αγωνίζεται
Ο πόνος εγκαταστάθηκε σε κάθε γωνιά
Αδυσώπητος αγώνας
Κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει
Δεν υπάρχει έλεος
Ευσπλαχνία
Μόνο οδύνη και στεναγμοί
Κραυγές απελπισίας
Ουρλιαχτά
 
Οἴμοι, οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! Πρὸς τούς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. 


Παντοδύναμος ανάλγητος
Αδιάφορος ακούραστος
Κλείνεις τα πονεμένα μάτια
Ο πόνος πετρώνει  
Τα αβάσταχτα δάκρυα
Άπρακτες μάταιες οι κάθε είδους ικεσίες
Ανήμποροι οι άνθρωποι
Να βοηθήσουν το ακίνητο χέρι
Δεν ζητά τίποτα πια
Σκυμμένα τα κεφάλια των αγγέλων
Παραστέκουν
Αμίλητοι απόντες θρηνούν
Την κατ’εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν υμῖν ὡραιότητα