22 Σεπτεμβρίου 2024

pet



κοιτάει με απορία

το συμπαθητικό τετράποδο

χαρούμενο χαδιάρικο

αεικίνητο

ασυναίσθητα

παρατηρεί τα χάδια

την φροντίδα

τον τρόπο που σκουπίζει

τα σάλια

που τρέχουν ασταμάτητα

πως σκουπίζει τις τσίμπλες

από τα γλαρά μάτια



την αυθόρμητη αγάπη

που αναβρύζει αβίαστα

αληθινή

γνωρίζει το pet

ότι είναι ξεχωριστό

ότι αγαπιέται

τα μάτια

έχουν μια γλύκα

τρυφερότητα

μοιάζουν με ερωτευμένα



συγκρίνει ασυνείδητα

τις κινήσεις

το σώμα που μιλά

το δέσιμο άλυτο αδιαπέραστο

την επικοινωνία απόλυτη

σε αυτόν τον δεσμό

δεν χωρά

αποκλείεται

αντίζηλος

ανίκητος



μάνα σύντροφος κατοικίδιο

συλλογίζεται την σειρά

προτεραιότητας

ένα  φοβερό σφίξιμο στο στήθος

μια αδυσώπητη μελαγχολία

εσύ εγώ το pet

και οι μαμάδες  μας



 

21 Σεπτεμβρίου 2024

πύρρεια μάχη



πολεμούν γενναία τον χρόνο

την μοναξιά

την απαξίωση

στην εποχή που λάβαρο

είναι η νιότη

κυρίαρχη παντού

ωθούνται στο περιθώριο

αλλά όχι

αυτές

δεν παραδίδονται αμαχητί

επιμένουν



επιμελημένο μακιγιάζ

make up

ρουζ

κραγιόν

κομμωτήρια

προσθήκη extension

φανταχτερά δακτυλίδια

φροντισμένη κομψή ενδυμασία

υποδήματα με τακούνι



προσπαθούν απεγνωσμένα

για μια θέση

στο παγωμένο σύμπαν

να γίνουν ορατές

να υπάρξουν

ο θάνατος

τα αδυσώπητα γηρατειά

η αδιαφορία

το ανέφικτο

τις πολιορκούν αλύπητα

εμμονικά



βαδίζουν στητές

μοναχικές καλαμιές

σε άγονο κάμπο

ενάντια

στον ύπουλο ύβο

που ξεπροβάλλει

κοροϊδευτικά σκληρά

πηγαίνουν μόνες ή με παρέα

στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο

μουσεία θέατρα κλπ



τολμούν και εκτίθονται

αντικείμενα

ειρωνικών κρίσεων

αποστροφής

φόβου μετάδοσης των γηρατειών



προχωρούν ακάθεκτες

ακούραστες θλιμμένες

παγωμένα χαμόγελα

αγαπημένες

γι αυτές  

ο Εφιάλτης έχει φανεί

κι γνωρίζουν καλά ότι

οι Μήδοι στο τέλος θα διαβούνε 



20 Σεπτεμβρίου 2024

ποιώ



δημιουργία

γέμισε χαρά ευφροσύνη

ένα ποίημα έδιωξε την θλίψη

ένοιωσε ότι

κράτησε τον κόσμο από τα αρχίδια

ανάλαφρη

απόκτησε φτερά

πέταξε στα ουράνια



το σώμα τεντώθηκε

υψώθηκε

ζωντάνεψε

λύθηκαν οι κόμποι

απέκτησε εκτόπισμα

όλα χαμογελούν

όμορφα καθαρά

οι βαθιές ρυτίδες

χαλάρωσαν

λίγες σειρές



που probably

δεν θα τις διαβάσει κανείς

κανείς δεν θα μοιραστεί

το πόνημα

και όσοι το διαβάσουν

αφηρημένοι

χαμένοι σε άλλες σκέψεις

θα πουν με ευγένεια καλό  

αλλά

Who cares?

οι λέξεις απλώθηκαν

γεννήθηκαν 

στην παλαιά βρώμικη οθόνη

βόγκησε ο ηλικιωμένος

υπολογιστής



σημάδια σε σκληρή πέτρα

καλέμι σκάλισε

με κόπο

τις σκέψεις

μπόλικη σάλτσα

αλήθειες ψέματα

αγκαλιάστηκαν

όμοιες χορεύουν

ισότιμες

μοναχικές

δημιουργός από το τίποτα

από το χάος

λέξεις ενώθηκαν αδελφικά

συντροφικά

σκορπώντας εφήμερες

γλυκείες ψευδαισθήσεις

χιονονιφάδες λιώνουν

στον άστοργο αέρα 



19 Σεπτεμβρίου 2024

καμίαν,



 καμίαν,[1]



γυρίζει στο άδειο σπίτι

με τα βαριά αλώβητα έπιπλα

τα ακριβά μπιμπελό

τους παλαιούς πίνακες

πλήρες επιπλωμένο

όλες οι ηλεκτρικές συσκευές

αθόρυβες υπάκουες περιμένουν



τα πιάτα παρατεταμένα

στην σειρά

αχρησιμοποίητα

αλάδωτα

σεντόνια ατσαλάκωτα

άσπιλα

μυρωδιές ξεθυμασμένης λεβάντας

χωρίς ίχνος ιδρώτα σπέρματος

μύξας  και συναφών

υγρών και οσμών 



κενός ο οίκος

του ανθρώπου

σιγή θανάτου κυριαρχεί

ευτυχώς

περνούν τα δίκυκλα

χωρίς εξάτμιση

ταράσσουν για λίγο

την ανυπαρξία

τρομάζει ο λήθαργος

τραντάζεται το κενοτάφιο



έτοιμο από καιρό

το διαμέρισμα

για οικογένεια

για φωνές παιδιών

οσμές περίπλοκων καλομαγειρεμένων φαγητών



ασυντρόφιστα τα εσώρουχα

στεγνώνουν μοναχικά

κρυμμένα

στην καλοστεκούμενη απλώστρα

ελαφρύ το φορτίο της

αρνείται να συνταξιοδοτηθεί



ακούει τον ήχο της πόρτας

που κλείνει

γυρίζει το κλειδί

αιχμηρό κατσαβίδι 

βυθίζεται επώδυνα

στα σωθικά της

οι σύρτες  αποκλείουν

και τους κλέφτες

ασφαλής η μοναξιά της



τέλος σκέφτεται

χαιρετίζει άρρητα

με καημό

την πικρή ανεπιθύμητη μοναχία

αντικρίζει με θλίψη

το μουσειακό απάτητο σκοτεινό σαλόνι

στο καθρέπτη

ξεπροβάλλει

μια άγνωστη μουτρωμένη

αφώτιστη φιγούρα

απόμακρη

σκυμμένο το  κεφάλι

ζωγραφιστή οδύνη

εστιάζει στην μαύρη γη

την καρτερεί υπομονετικά



χώνεται κουλουριάζεται

παστρική απροστάτευτη

στο στρωμένο καθαρό κρεβάτι

γερασμένο αθώο απροστάτευτο

ταπεινό βρέφος

ποιος ξέρει

αυτή την νύχτα ίσως

ίσως

σπλαχνικώς

ο Μορφέας να της χαρίσει

το όναρ που επιθυμεί. 





[1] καμίαν, επίρ: ποτέ.

 

11 Σεπτεμβρίου 2024

εξωπότιν

 εξωπότιν[1]



πασχίζει απεγνωσμένα

να κρατήσει την άτιμη νιότη

την εξουσία

την αναγνωρισιμότητα

το κύρος πριν την συνταξιοδότηση

μάταια

τα βαμμένα μαλλιά

τα καλά κουστούμια

οι περιποιήσεις

perhaps και τα botox



δεν μπορούν

να ανακόψουν την κατηφορική πορεία

σπρώχνεται αναγκαστικά

με κάποια ευγένεια

ορατά αόρατα

στο αβυσσαλέο περιθώριο



άλλοι νέοι ελπιδοφόροι

έρχονται στο προσκήνιο

ατρόμητοι ακατάδεκτοι

λάμπουν χωρίς

μεγάλη προσπάθεια

παίρνουν τους πρωταγωνιστικούς

ατελείωτους ρόλους

όλα τα φώτα

στρέφονται πάνω τους

το κοινό τους αποθεώνει

τους χειροκροτά

περιμένοντας βέβαια

κάτι από την ηγεμονία

από το φως της εξουσίας



όμως είναι ορατοί

από παντού

στο κέντρο της  σκηνής

τα κουστούμια

εφαρμόζουν τέλεια στα

κορμιά

μιλούν και ακούγονται

ότι και να πουν

είναι σωστό

κι αυτός

στην άκρη της σκηνής

κοντά στα παρασκήνια

στο σκοτάδι

στην αφάνεια

που τον τραβούν βίαια

αναπολεί τις περασμένες δόξες

την γλυκεία εξουσία

τους χαιρετισμούς

τους δυνατούς προβολείς

τον στρόβιλο της κραταιάς επωνυμίας

την επιβεβαίωση των ανδρών

τις υποσχέσεις στα μάτια των γυναικών

την αυθόρμητη προσέλευση

έλκυε σαν μαγνήτης



και τώρα πρέπει αυτός να πλησιάζει

να μιλήσει

ένας ηθοποιός χωρίς σκηνή

χωρίς ρόλο χωρίς κοινό

νοσταλγεί ανώφελα

άλλους καιρούς

αλλά χρόνια

τότε που έπινε λαίμαργα

με πάθος

το γλυκό ποτό της αναγνωρισιμότητας 




[1] εξωπότιν, το: το τελευταίο ποτήρι του ποτού.

 

10 Σεπτεμβρίου 2024

καρκάρισμαν[1]



θεέ μου όταν κάνει μπόρα

τα παιδάκια στα υπόγεια 

τι κάνουν

πλημμυρίζουν οι δρόμοι

μανιασμένη η βροχή

μαζευόταν όλο το καλοκαίρι

φούσκωνε 

ασφυκτιούσα  φυλακισμένη

εξόριστη άτμιζε 



έσκασε τώρα ασυγκράτητη

ορμητική

παρασύρει βρόμα

εκκρίματα ανθρώπων και άλλων ζώων

απορρίμματα άσκεφτα πεταμένα

οικοσκευές αστέγων 

βουλώνουν τα φρεάτια



θυμωμένος ο Δίας

δεν τα κατάφερε

βροντά και αστράφτει

θυμωμένος

μεγάλωσε και αυτός

εγέρασε

θέλει να δείξει

ότι ακόμα είναι ο βασιλεύς

ο τρανός



βόμβες εκρήγνονται

στον  μαυρισμένο

ηλεκτρισμένο ουρανό

ανήσυχα φοβισμένα

πετάγονται τα φλύαρα στρουθία

δεν ακούγονται

κατάπιαν τα τιτιβίσματα

οι σκύλοι αλυχτάνε

ο ήλον εκαρκάριξεν [2]

στο προσκήνιο

τα παραγκωνισμένα νέφη τον κυνηγούν

τον καλύπτουν

τον δροσίζουν 

παίζουν κλέφτες και αστυνόμους



λασποποτάμια οι δρόμοι

αταβισμοί

ποτάμια που φυλακίστηκαν

αναβιώνουν

κραυγάζουν

αντλήσεις υδάτων

τρέχουν οι πυροσβέστες

άφθονο νερό παντού

ανεπιθύμητο τώρα

πρόσφατα

το αναζητούσαν απεγνωσμένα





[1] καρκαρίζω,ρ.: κάνω θόρυβο, βροντώ.

 

[2] ο ήλιος επρόβαλε μεταξύ των πυκνών νεφών 

07 Σεπτεμβρίου 2024

άρρητα



πέρασε ο καιρός

άρρητα τα επιθυμητά λόγια

φυλακισμένα

περιμένουν κάποιος

από μηχανής θεός

να ανοίξει την χαλασμένη

σκουριασμένη σαθρή

κραταιά κλειδαριά

να ακουστούν

να ξεχυθούν

μαραζώνουν αθόρυβα

βαθιά

στα ανήλια υγρά υπόγεια



τα μάτια άτολμα

χαμηλώνουν

κοιτούν

προσηλώνονται

στο κακοφτιαγμένο λερό πεζοδρόμιο



ασυναίσθητα το κορμί

συρρικνώνεται

νευρόσπαστο

αιδώς δειλία

το καλύπτει



μόνο ο νους τρέχει

ζωηρός ακάματος

δημιουργεί

φαντάζεται

ιστορίες αγάπης

ασυγκράτητου αληθινού έρωτα



αισιόδοξος

ανεδαφικός

συνεχίζει απτόητος

χαμογελά ειρωνικά

ο γερασμένος χρόνος 



03 Σεπτεμβρίου 2024

καθαρμός



ο ήλιος έδυε ξεροψημένος

καυτός ιδρωμένος

θολό ακίνητο το αεράκι

αμίλητο κουρασμένο

διαστέλλονταν

διαλύονταν



αχνίζουσα η λιμνοθάλασσα

σκοτεινή μυστήρια

επώαζε αιμοδιψή κουνούπια 

μηχανεύονταν

επίβουλα σχέδια επίθεσης

αθόρυβα ακόμα

ύπουλα καραδοκούσαν

ο ιδρώτας κυλούσε

πότιζε τα σινιέ ενδύματα



περιέδεναν τα ταλαιπωρημένα σώματα

επιθυμούσαν

βίαιη έκδυση

να βυθισθούν

γυμνοί ελεύθεροι

στην αμφίβολη λίμνη

ξεπρόβαλε φεγγάρι

γυαλιστερό

φωτεινό λαμπερό 

νεαρός άνδρας

ημίγυμνο άγαλμα



αφρίζον  ύδωρ

έρεε

στο ωραίο μελένιο σώμα

αποκάλυψη

καθαρμοί πριν την δουλεία

ο νεαρός Νάρκισσος

λούζονταν αμέριμνος

στον δημόσιο χώρο

προς τέρψη των εισερχομένων

με τις τέλειες αναλογίες του

έφηβος άνδρας

δέρμα λείο αψεγάδιαστο

άγριο άτι

έτοιμο να καλπάσει

σε απέραντα λιβάδια



ήταν νέος και ωραίος

το γνώριζε

το κορμί του ανάδυε

αθέλητα την γνώση

επιθυμητό

για άνδρες και γυναίκες

εικόνα νεαρού θεού ζώντος



πρόσκαιρη εφήμερη

περιμένουν υπομονετικά

η δουλεία και ο ανελέητος χρόνος

να χαράξουν

να τσαλακώσουν

να λεηλατήσουν

άτεχνα άτσαλα  χαιρέκακα

τον νεαρό ανέμελο

χαμογελαστό εύμορφο έρωτα