19 Δεκεμβρίου 2024

τα βράδια δεν περνούν



καλά είμαι

αλλά

τα βράδια δεν περνούν

τα βράδια είναι ατελείωτα

ακινητοποιημένη σε κρεβάτι

ένα μεγάλο μωρό 

αφήνεται

τώρα στα γηρατειά

σε ξένα χέρια

την φροντίζουν

την πλένουν



κοιτά το θολό ταβάνι

τους τοίχους με τα άσχετα κάδρα

την πιέζουν

την πλησιάζουν

την πλακώνουν

σε όλη της την ζωή

δούλευε έξω

στους κήπους

στα χωράφια

με κρύο παγωνιά

καύσωνες αέρηδες



σκυφτή

πάλευε με την σκληρή

άπονη αγαπημένη γη

φρόντιζε

τα ζώα

τις συντρόφισσες αγελάδες

τις φλύαρες κότες

παιδιά άντρα

από το χάραμα

προϋπαντούσε την αυγή

ρόδινη κατσούφα

σκοτεινή

κατευόδωνε

τον κυκλοθυμικό ήλιο



ακούραστη ακάματη

δεν ήξερε σχόλη

αργία

τα ροδοκόκκινα μάγουλα

κιτρίνισαν

το λείο στιλπνό δέρμα

μαράζωσε

το στητό λυγερό κορμί

λύγισε

δεν σταμάτησε

συνέχισε

να δουλεύει

τα Κολχόζ την ακολούθησαν

σε αυτήν την ελώδη περιοχή



τα κοντσέρτα που άκουσε

ήταν

τα ασταμάτητα κοάσματα

από τα φορφάκας[1]

στον  σκοτεινό αύλακα

την συντρόφευαν

τα αμέτρητα

αιμοδιψή κουνούπια

η μεγάλη κοιλιά της

ακουμπούσε

στα φυτά

και τα μωρά

μέσα της

μύριζαν

το βρεγμένο χώμα 

τα ισχυρά φυτοφάρμακα

τα άνθη του βαμβακιού

το καλαμπόκι



δουλειά δουλειά

ελάχιστα διαλείμματα

οδυνηροί θάνατοι

ίσως δεν ήξερε

τι χρώμα έχει ο ουρανός

τώρα κοιτά

γύρω της

το βλέμμα ψηλά

το άγνωστο τοπίο

τις λίγες αχτίδες

που ορμούν

από τις κλειστές κουρτίνες


η μυρωδιά από τις κοπριές

τα ζώα

από τα χωράφια εξαφανίστηκαν

απολυμαντικά ανθίζουν

πάστρα

πρέπει να είναι ευχαριστημένη

απόφυγε το γηροκομείο

την φροντίζουν

μόνη σε ένα δωμάτιο

στα στερνά

άχρηστοι απολογισμοί

τι κάνεις

σου χαμογελά

σε αναγνωρίζει

καλά

τα βράδια δεν περνούν

 

 




[1] φορφάκα, η: ο βάτραχος / τα φορφάκας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου