12 Δεκεμβρίου 2024

λωμόπα



λωμόπα[1]



kai είναι τα λώματα

και όλα

ούτε καινούργια

ούτε πολύ παλιά

δεν είναι νέοι

δεν είναι γέροι

αναδύουν

 μυρωδιά

χρήσης πολύκαιρης κουρασμένης  

νευρικιάς



μια μελλοντική μούχλα

αχνοφαίνεται

λικνίζεται

σίγουρη

απλώνει πέπλα  

γκριζωπά

δεν είναι για πέταμα

τα λωμόπα

μα δεν λάμπουν

αστεράκια ζηλευτά



καθένα και μια ανάμνηση

κάτι από χαμένη ζωή

είναι γερά κολλημένο

δύσκολο να το αποχωριστείς

και ακόμα πιο δύσκολο

να διαλέξεις

κάτι καινούργιο

γέρναμε όλοι μαζί

σκυθρωποί

μα δεν

αποχωρούμε από την σκηνή



κομπάρσοι πρωταγωνιστές

παραμένουμε

εμμονικοί 

η παλιά θαμπή αυλαία

έχει πέσει προ πολλού

τα φώτα έχουν σβήσει

γλεντούν

το αδιάφορο  κοινό 

οι αγχωμένοι ηθοποιοί

σε μεσονύχτια

ξέγνοιαστα καμπαρέ



μάσκες κολλημένες

πρόσωπα

χαμένα  μοναχικά

ξεθωριάζουν λιώνουν

ράκη

αργοστριφογυρίζουν

άρρυθμα βλοσυρά  

ψάχνεις λώματα

να σκεπάσεις την φθορά

λερναία ύδρα

θάλλει σταθερά





[1]λώματα, τα: τα ρούχα / λωμόπα = ρουχαλάκια.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου