λωμόπα[1]
kai είναι τα λώματα
και όλα
ούτε καινούργια
ούτε πολύ παλιά
δεν είναι νέοι
δεν είναι γέροι
αναδύουν
μυρωδιά
χρήσης πολύκαιρης κουρασμένης
νευρικιάς
μια μελλοντική μούχλα
αχνοφαίνεται
λικνίζεται
σίγουρη
απλώνει πέπλα
γκριζωπά
δεν είναι για πέταμα
τα λωμόπα
μα δεν λάμπουν
αστεράκια ζηλευτά
καθένα και μια ανάμνηση
κάτι από χαμένη ζωή
είναι γερά κολλημένο
δύσκολο να το αποχωριστείς
και ακόμα πιο δύσκολο
να διαλέξεις
κάτι καινούργιο
γέρναμε όλοι μαζί
σκυθρωποί
μα δεν
αποχωρούμε από την σκηνή
κομπάρσοι πρωταγωνιστές
παραμένουμε
εμμονικοί
η παλιά θαμπή αυλαία
έχει πέσει προ πολλού
τα φώτα έχουν σβήσει
γλεντούν
το αδιάφορο κοινό
οι αγχωμένοι ηθοποιοί
σε μεσονύχτια
ξέγνοιαστα καμπαρέ
μάσκες κολλημένες
πρόσωπα
χαμένα μοναχικά
ξεθωριάζουν λιώνουν
ράκη
αργοστριφογυρίζουν
άρρυθμα βλοσυρά
ψάχνεις λώματα
να σκεπάσεις την φθορά
λερναία ύδρα
θάλλει σταθερά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου