10 Δεκεμβρίου 2024

ελαρώθεν



ίσως εκεί να μένει

ποιος νοιάζεται πια

αναδύθηκε η εικόνα του

θολή και αδιάφορη

αναρωτήθηκε

που πήγαν εκείνα

τα ζωντανά δυνατά

συναισθήματα

τα κούφια ωραία όνειρα

οι όμορφες πινελιές

που ζωγράφιζε ακούραστα

τα λαμπερά χρώματα



ο παράδεισος

που ο αγαθός νους

μεγάλος δημιουργός

έφτιαχνε

από το τίποτα

ο φτωχός Λάζαρος

ευτυχής από τα ψιχία

που αθέλητα έπεφταν από

το τραπέζι

ματαιωμένος

ανέλπις

νήστις ανέστιος πένης

εγκαταλειφθείς   και από τους αγγέλους

άλλαξε  



όλα έσβησαν σιγά σιγά

ανεπαίσθητα

φωτιά που τραγουδούσε

αυτάρκης

χωρίς εφοδιασμό

αιμορραγούσα

απέμεινε σαχτάρια

κάρβουνα εύθρυπτα

μαυρίζουν τον αέρα

απάθεια

λήθη απλώνονται

ελαρώθεν[1] η γερά [2]



 



[1] λαρώνω, ρ.: γιατρεύω

[2] γερά, η: η πληγή 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου