σέφτελεσα[1],.
το κρυμμένο βαθιά
στην ψυχή κορίτσι
ατρόμητα ανενδοίαστα
ασυλλόγιστα
ξεπροβάλλει
από το κουρασμένο σώμα
σώμα που αναδύει
την μυρωδιά
πριν την σήψη
γλυκερή στυφή
ιδρώτα
από πολύχρονη χαμένη μάχη
οσμές θολών αναμνήσεων
θλιβερών ελπιδοφόρων
μάταιων
ώριμο μαραγκιασμένο
κιτρινισμένο κυδώνι
αφημένο σε σκοτεινή
ανήλιαγη αποθήκη
αποσυντίθεται
συρρικνώνεται
αργά αργά
σιωπηλά
παραδίδεται αμαχητί
στην καρδιά του
στριφογυρίσουν
ελικοειδώς
χαλαρά
ακούραστοι σίγουροι
ζουμεροί τυφλοί έλμινθες
ρουφούν αχόρταγα
τους εναπομείναντες χυμούς
αφήνουν πίσω τους
γκρίζα στεγνά
σκοτεινά τούνελ
γεμάτα εμβρυοφόρα αυγά
ψάχνοντας το θανάσιμο φως
αναδύεται
η αφελής ψυχή από τα βάθη
της διάλυσης
χαρωπή αισιόδοξη
γερασμένη σταχτοπούτα
ξεχασμένη από την νονά της
περιμένοντας πάντα
τον καλό πρίγκιπα
με το άνετο κρυστάλλινο
εύθραυστο απατηλό γοβάκι
να ταιριάξει
στο γερασμένο πρησμένο πόδι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου