απόχαρα[1]
γέμισαν ανέλπιδες ελπίδες
γονείς αδέλφια
όλη η οικογένεια
η αποστεωμένη γιαγιά
σημαδεμένη βαθιά στην καρδιά
με την αναγκαιότητα του γάμου
πλέκει ασταμάτητα
αγόγγυστα
τα ατελείωτα σεμέν της προίκας
κοιτά με αγωνία
κάθε πιθανό υποψήφιο
ελπίζουν
ένας φέρελπις σύζυγος
προβάλλει στο άνυδρο τοπίο
ναι έρχεται
η επιθυμητή αποκατάσταση
οι άκαρπες πολλαπλές αναζητήσεις
τελειώνουν luckily
τσιμπημένος και λίγο
ο χρόνος
περνάει αστραπή ο άτιμος
τα άνθη της νιότης
μαραίνονται τάχιστα
αλλά τώρα
αέρας αισιοδοξίας
πνέει δροσερός
Aπελευθερωτικός
σίγουρος
υγιής εύελπις καβαλάρης
με εργασία εργατικός
κοινωνικός
επελαύνει
όλοι μυρίζονται το ειδύλλιο
το καλλιεργούν
το βοηθούν
το διευκολύνουν
οι hopes φαίνεται
να ευοδώνονται
But unfortunately
θέλει να ζήσει
ελεύθερο πουλί
πετάει από
κανάρα σε κανάρα
υποχωρεί αριστοτεχνικά
σβήνει η λάμψη από τα μάτια
ξεψύχησαν οι προσδοκίες
αυτός τριγυρνάει
σκορπά χαμόγελα
υποσχέσεις
δίνει αυτό που μπορεί
ελεύθερος επιβήτορας
χωρίς δεσμεύσεις
έρωτες αγάπες
αναζητώντας
την θαλπωρή την ασφάλεια
της μακρινής αόρατης μήτρας
το ανεκπλήρωτο όραμα
χαμένο στην άβυσσο
της τρικυμισμένης ψυχής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου